Γραμμές/ Ορίζοντας        

Μαρία Τζιαούρη-Χίλμερ

Ελλιπές μέτρο

Εκδόσεις Σαιξπηρικόν, 2022

 

Ελλιπές μέτρο

Μετρήσαμε τον πρώτο χρόνο με παύσεις
η μουσική ξεκίνησε, μας κόπηκαν τα γόνατα

κορόνα γράμματα
όλα κοστίζουνε στο παίξιμο
το λάθος μέτρημα, οι παύσεις και οι άρσεις

κορόνα γράμματα
ο ρυθμός άλλοτε ασθενής, άλλοτε ισχυρός

όσων τολμήσαμε ν’ αρθρώσουμε με λέξεις.

πώς θα ’ταν άραγε εκείνη η μουσική
χωρίς λεβάρε;

 

Το παλιό αμάξι

το αγαπούσε πολύ. Ήταν του πατέρα του.

Κάθε διαδρομή κι ένα ημερολόγιο. Κάθε

αναχώρηση και μια απώλεια. Φοβόταν την

ημέρα που δεν θα έπαιρνε ξανά μπρος. Το

κοιτούσε διαρκώς τον τελευταίο καιρό. Στα

χείλη του μια σκόνη. Στο βλέμμα του οι

ευχές, οι κατάρες, οι θύελλες, οι έρωτες.

Δεν περνάει μέρα που να μην σκεφτεί τον

πατέρα του.

 

Κληρονομιά                                   

Έφυγες αμούστακος για τη Γερμανία και γυρίζεις έπειτα από τριάντα χρόνια απουσίας. Φτάνεις στο πατρικό σου. Με αργά βήματα μες στα αγριόχορτα πας πίσω στην αποθήκη. Ανοίγεις την πόρτα και μπαίνεις μέσα δειλά- δειλά. Σκόνη παντού. Κάθε σου βήμα ένα άσπρο σύννεφο. Στο κέντρο του δωματίου εκείνο το παλιό μπαούλο. Γονατίζεις μπροστά του. Δεν είσαι σίγουρος, αν πρέπει να τ’ ανοίξεις. Κλείνεις για δευτερόλεπτα τα μάτια. Με τα δυο χέρια ανασηκώνεις το καμπυλωτό καπάκι. Μέσα όλη η κληρονομιά· ένα τσίγκινο κουτί με παλιές φωτογραφίες, το καπέλο που φορούσε στα περβόλια, το τσιμπούκι από ξύλο κερασιάς, το παλτό με τα μεγάλα κουμπιά, μια αρμαθιά με σκουριασμένα κλειδιά, βίδες και γυαλόχαρτα. Μα κάτω απ’ όλα μια μαύρη θήκη: το κλαρίνο του και δυο μαντήλια.

Σου στέλνω μήλο, σέπεται, κυδώνι μαραγκιάζει,

σου στέλνω μοσχοστάφυλο, στο δρόμο σταφιδιάζει.

Σου στέλνω και το δάκρυ μου σ’ ένα φτενό μαντήλι,

 το δάκρυ μου ‘ναι καυτερό και καίει το μαντήλι.

Θυμάσαι τα δάχτυλά του πάνω στο κλαρίνο κι ακούς πάλι εκείνον τον ήχο στα πανηγύρια όταν ήσουν παιδί. Ο ήχος του, ο τόπος σου. Φέρνεις το μαντήλι του στο πρόσωπό σου. Η μυρωδιά του σε κάνει να κλαις.

 

Παχιά μνήμη                                  

Όσους πέρασαν απ’ τη ζωή μου τους τάισα. Και αν δεν τους τάισα, δεν πέρασαν. Μπορεί κάποιους να τους τάισα, να πέρασαν και να έφυγαν πριν προλάβουν να χωνευτούν όσα μας ένωναν. Πρόλαβα όμως να παχύνω την μνήμη.

Ένα σακούλι ζάχαρη

Συχνά συλλογίζομαι

τη ζωή να χύνεται σαν

ένα σακούλι ζάχαρη

που σκάει στο πάτωμα και

σκορπίζει παντού τους κόκκους της

πάνω σε χείλη πικρά

σε πεινασμένους ουρανίσκους

στον ορό που σιγοστάζει πόνο,

ενώ τα μυρμήγκια

άπληστα ρουφάνε σε legato

όση ζάχαρη απομένει.

 

Ακολουθήστε μας στο Google News.
Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.