Νάσια Διονυσίου

ΠΕΡΙΤΤΗ ΟΜΟΡΦΙΑ, (διηγήματα)

Εκδόσεις Το Ροδακιό, 2017

Τη συλλογή παρουσιάζει ο συγγραφέας Δημήτρης Τανούδης.Με τη συγγραφέα συνομιλεί η εικαστικός Αντρεάννα Καμπανέλλα, ως αφετηρία για συζήτηση με το κοινό. Ηχητική παρουσίαση διηγημάτων σε επιμέλεια Δημήτρη Σπύρου.

Παρασκευή, 26 Μαΐου 2017, στις 19:00 – Φυτώριο Εικαστικής Καλλιέργειας (Δημοτικός Κήπος, Λευκωσία)

Ο ΦΡΑΧΤΗΣ (απόσπασμα)

»Όμως το χιόνι συνέχιζε, συνέχιζε και σιγά σιγά οι νιφάδες που δεν προλάβαιναν να λιώσουν –κι ήταν πολλές που δεν έλιωναν– έσμιγαν με άλλες, περιμετρικά, στα όρια της πόλης. Ένας φράχτης άρχισε τότε να σχηματίζεται. Ψήλωνε μέρα με τη μέρα, πλάταινε, άρχισε να κρύβει τον ορίζοντα, τους απέναντι λόφους, τον υπεραστικό δρόμο, έδιωχνε τ’ αποδημητικά πουλιά, έκοβε σαν λεπίδα τα κρινάκια που φύτρωναν πλάι του, έκοβε τα θερμά ρεύματα, τις ευωδιές των αγρών, τη μακρινή ηχώ της θάλασσας.

»Ελάχιστοι τόλμησαν να τον πλησιάσουν· έπειτα μαρτυρούσαν πως είδαν να ζωντανεύουν παραμορφωμένες φιγούρες αρπακτικών, με καμπούρες και έλκη και γυάλινα μάτια· ορκίζονταν πως άκουσαν κρωξίματα, ριπές, ουρλιαχτά. »Μόνο κάποια παιδιά κοιτούσαν αμέριμνα. Αυτά επέμεναν πως μέσα στον φράχτη ζούσαν άλλα παιδιά, πως θα μπορούσαν και να ήταν αδέρφια τους, τόσο απαράλλαχτα πρόσωπα είχαν, τόσο έμοιαζαν οι φωνές, οι ζωγραφιές, τα παιχνίδια τους. Έτσι, τα παιδιά δεν έπαψαν ν’ αναρωτιούνται τι στο καλό μάς είχαν φταίξει οι χιονάνθρωποι, συνεχίζοντας να μαζεύουν καρότα, χρωματιστά κουμπιά και παλιά κασκόλ, φτιάχνοντας έλκηθρα, γυαλίζοντας τα παγοπέδιλά τους και περιμένοντας πότε θα ξαναστρωνόταν το χιόνι.

»Οι υπόλοιποι είχαμε κλειστεί μέσα. Το ίδιο το χιόνι δεν μας απειλούσε πια. Όμως το κρύο που ’βγαινε από τον χιονένιο φράχτη δυνάμωνε, τρυπούσε τα κόκαλα, παρέλυε τα νεύρα μας. Ακόμα και οι παραμικρές ψιχάλες μάς προκαλούσαν εκνευρισμό, κλείναμε τα παντζούρια στο πιο απαλό αεράκι, κάθε αστραπή μας φαινόταν σαν απαρχή ενός νέου ψυχρού πολέμου.

»Τα δελτία ειδήσεων έδιναν οδηγίες αυτοπροστασίας. Οι διοικούντες απηύθυναν ένθερμους λόγους, διενεργούσαν δημοψηφίσματα και διμερείς συμφωνίες, παράγγελναν πιο ακριβά αμυντικά συστήματα. Εμείς στοιβάζαμε σάκους χώμα γύρω από τα σπίτια, αγοράζαμε θερμοφόρες, παπλώματα, σόμπες, σφραγίζαμε τις χαραμάδες. Βγαίναμε σπάνια, μόνοι τότε, σκυφτοί και κουκουλωμένοι, σαν να ’μασταν φυγάδες ή περιπλανώμενοι, με σπρέι πιπεριού στην τσέπη, ρίχνοντας κλεφτές ματιές, μη μας ακολουθεί κανένας. Κι όταν καμιά φορά μαζευόμασταν, κάναμε εξορκισμούς, δεήσεις, τάματα, κυλιόμασταν πάνω σε άλλα κορμιά, βρίζαμε, πίναμε τριμμένη πιπερόριζα. Τις νύχτες καπνίζαμε χοντρά τσιγάρα, παίρναμε χάπια για να κοιμηθούμε. Τίποτε όμως δεν μπορούσε να μας ζεστάνει. Η παγωνιά μας ένωνε και μας σάρωνε.

»Όχι η παγωνιά· ήταν ο φράχτης· ο φράχτης που χωρίς αναπαμό μας κύκλωνε· ο φράχτης· εχθρός μας ήταν ο φράχτης. »Κάποτε, μεσημέρι ή απόγευμα, ίσως μεσάνυχτα, με ένα σινιάλο ή ένα σύνθημα ή δίχως τίποτε, δεν θυμάμαι, πήραμε ό,τι βρήκαμε –κοτρώνες, φτυάρια, αξίνες, κασμάδες, γιαταγάνια– κι ορμήσαμε καταπάνω του, ουρλιάζοντας, δεν θυμάμαι ακριβώς τι λόγια, ουρλιάζοντας κραυγές εκδίκησης».

Τότε εκείνος άρχισε να τινάζει το κεφάλι του, να το τινάζει μια δεξιά μια αριστερά. Το βλέμμα του έπεφτε από το ταβάνι στον τοίχο, ύστερα στον άλλο τοίχο, στο πάτωμα, στα κάγκελα του παραθύρου, πίσω ξανά στο ταβάνι, ενώ το μέτωπό του έσταζε λουσμένο στον ιδρώτα και στο λευκό φως της λάμπας.

«Έπειτα», συνέχισε, «έπειτα ο κρότος, η λάμψη, ο φράχτης, ο φράχτης να διαλύεται, όλα άσπρα, από μέσα του να ξεχύνονται πρόσωπα, χρώματα, φωνές, εχθροί, όλοι οι εχθροί μας. Ήμασταν εμείς. Ήμασταν εμείς ή ήταν τα αδέρφια μας, δεν θυμάμαι… δεν ήξερα… ακόμα δεν ξέρω. Έπειτα θρύψαλα, τα πρόσωπά μας, τα χρώματα, οι φωνές, άσπρα, όλα άσπρα…»