Νένα Φιλούση

Σώματα Ασφαλείας

Εκδόσεις Κύμα 2019

 

Φυτέψτε δέντρα στην πλαγιά εκεί

Ήταν μια πόρνικη εποχή.

Φοράγαμε αόρατα τακούνια

με πολύχρωμες αυτάρκειες

και ποζάραμε σε όλα τα παράθυρα.

Το καλοκαίρι βρίσκαμε κλαδιά και φύλλα

από το μαδημένο δέντρο μας

των Χριστουγέννων παντού

και τον χειμώνα κάτι ξεφτισμένα ψαθάκια

απομεινάρια άλλης εποχής

κατοχυρωμένης επίσημα ως ανέμελης

(όχι, δεν μας πονά η έλλειψη

πιο πολύ η θύμηση μας κόβει στα δυο

και η  μελαγχολία  των ποιητών κυρίως).

 

Ευτυχώς τώρα βρέχει αδιάκοπα τρεις μέρες

πάνω που ξεθαρρέψαμε

και βγάλαμε το τελευταίο μας ρούχο.

 

Η ανία δεν αποτελεί πρόβλημα. Η ανάμνηση ναι

 

Στο φανάρι

Ένας γέρος στο φανάρι πουλά λουλούδια

ερυθρού ναρκίσσου

σέρνει με δυσκολία το σώμα του στην άσφαλτο του Μάρτη

– δεν είναι νάρκισσος, δεν είναι ερυθρός –

γράφοντας το μανιφέστο της άνοιξης

στη μνήμη του ανεμοθώρακά μας.

Είναι γλυκιά, φθαρτή και δίκαιη άνοιξη

με ίσες δόσεις θλίψης και ανάστασης

αλλά δεν έχουμε άνθρωπο δικό μας

να τον κοιτάμε αχόρταγα

σαν να ήταν η άνοιξη μια μέρα αιώνια.

Για τούτο αργοπορεί το πράσινο – λείπει η αδημονία.

Πότε ανοίγω το τζάμι και αγοράζω

πότε μαρσάρω μη με πιάσει κόκκινο.

Περίμενα ένα ολόκληρο παρελθόν

δεν θέλω άλλο ν’ αργήσω.

 

Διπλωματικό σώμα 

Πάω στους γονείς μου, είναι μεγάλοι

όταν γεράσετε λέω, επειδή φοβάμαι ότι τους φτάνω

πάω στα παιδιά μου, όταν μεγαλώσετε λέω

αφού ολοένα φεύγουν και δεν τα φτάνω

ακούμε μαζί μουσική αλλά έρχονται και φεύγουν

η μέση ηλικία μου τους πάει στο αεροδρόμιο

ενώ στο βάθος κλαίει σαν προσφυγάκι

πάω στο θέατρο, ξεχνώ εκεί το φουστάνι μου

σταθμεύω σε κάθετα τείχη

περνώ από μικρά νεκροταφεία

αλλά μυρίζω ωραία, ξεγελώ τους τροχονόμους

πάω στο φαρμακείο αγοράζω αλοιφές

εξωτερική χρήση γράφουν

για οσφυαλγίες, ρευματοπάθειες

επιμένω κάθε φορά: σίγουρα δεν τρώγονται;

πάω στη δουλειά μου κάθε πρωί νέα

με άλλο όνομα όμως

και φεύγω γριά.

 

Εν τω μεταξύ πλένομαι, νυχτώνει και τρομάζω

με τρομάζουν τα ποιήματα

δε θέλω να διαβάζω αλλά με κυνηγούν

πάω για ύπνο δεν ήμουν εγώ, δεν ήμουν εγώ σήμερα

φωνάζω

και από αύριο έχει ο θεός.

 

Συνηγορία 

Πιο θλιβερά από το φονικό

τα πικραμένα δάκρυα των γερόντων

σε χαρακωμένες μετάνοιες.

Κι ας μη θυμάται κανείς πια πώς ρημάξαμε.

 

Με τόση ζέστη σ’ αυτό τον τόπο

η θανατίλα παραμορφώνει πρώτα

τη ζωή αυτών που μένουν

για να γίνονται μνημόσυνα με σημαίες

όσο η πόλη ανάβει ψευδοφωτάκια και οι άνθρωποι

μιλούν για την υγρασία και τα πάθη των άλλων.

 

Πιο θλιβερή από την ατολμία να φύγεις

η σιωπή των γηροκομείων.

Γι’ αυτό κρατάν μπαστούνια.

Για να ακούγονται στο πάτωμα.

 

Παραμονές

του Α.

 

Αργά γυρίζω το φουστάνι μου από μέσα

το μακραίνω μ΄ αλύγιστη κλωστή

όσο το φρόνημα στέκεται ορθό

και γυρίζω σ’ άδειους δρόμους όλο λάσπη.

Τι εποχή έχουμε;

Ο γιος μου γελά με τον Αδάμ που σώζει το τομάρι του

είναι καλό παιδί όμως

έφυγε απ’ το σπίτι, δεν τον έδιωξα

αναλαμβάνει κάθε ευθύνη.

 

Φεύγουν απ’ το σπίτι σιγά – σιγά και κάποτε γυρίζουν.

Η παραμονή μυρίζει κανέλα, ροδόσταμο κι επιστροφή.

Έχουμε συχνά Χριστούγεννα βλέπετε.

Μεγαλώνω μαζί με το φουστάνι μου.