Γραμμές/ Ορίζοντας

Νόρα Νατζαριάν

Η θάλασσα θα είναι λίγο ταραγμένη

(διηγήματα)

Εκδόσεις Αρμίδα, 2021

 

Μαρμελάδα Φράουλας

Όταν ο αδερφός μου έχασε το παιχνίδι, με κατηγόρησε ότι τον είχα εξαπατήσει, και αρχίσαμε να πετάμε φράουλες ο ένας στον άλλον. Τις ρίχναμε όσο πιο μακριά μπορούσαμε, μέχρι που ο μπαμπάς είπε (ήπια) ότι δεν χρειαζόταν να γίνουμε επιθετικοί. Στη συνέχεια, η μαμά μπήκε στο σαλόνι, κοίταξε το χάος στο χαλί και, αντί να πάει κατευθείαν στο ντουλάπι όπου φυλάει τους Διαβολάκους του Λεκέ (για-ιδιαίτερα-επίμονους-λεκέδες-αλλά-απαλοί-στα-υφάσματα), είπε: «Μήπως θυμάσαι εκείνη την εποχή που πήγαμε να μαζέψουμε φράουλες;» Κοίταξαν ο ένας τον άλλον όπως κάνουν οι ενήλικες μερικές φορές, λέγοντας διάφορα χωρίς να ανοίγουν το στόμα τους. Ήταν όλα ήσυχα, σαν να είχαν σκάψει έναν θησαυρό.


Κατεβάστε το  Dialogos App
Apple | Android | Huawei



Στη συνέχεια, εντελώς ξαφνικά, ΔΡΑΣΗ! Άρχισαν να γελούν, η μαμά τσίριζε γελώντας και κρατιόταν πάνω στο τραπέζι για ισορροπία, το στήθος της ανεβοκατέβαινε από το πολύ γέλιο («αυτό το πράγμα συμβαίνει μόνο στα κινούμενα σχέδια», σκεφτόμουν), ο μπαμπάς έτρεξε στην κουζίνα να φέρει κι άλλες φράουλες, σχεδόν γλιστρώντας πάνω σε μια μικρή καρδιά-βλήμα, και περισσότερες φράουλες πετούσαν τριγύρω. Ο αδερφός μου κι εγώ σκύψαμε και τρέξαμε να μαζέψουμε όσες περισσότερες μπορούσαμε, όπως εκείνα τα παιδιά που τρέχουν πίσω από μπάλες τένις στο Γουίμπλεντον ενώ παίζεται ο μεγαλύτερος αγώνας στον κόσμο. «Ισοπαλία!» φώναξε ο μπαμπάς, και η μαμά έπεσε στον καναπέ, ενώ τρελά δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια της. Στη γωνία, με το στόμα ανοιχτό και τη γλώσσα του έξω, στεκόταν ο αδερφός μου: «Εδώ! Εγώ!»  Ήμουν ο σκηνοθέτης και τα ηχογραφούσα όλα στο μυαλό μου, όλα, ονομάζοντας την ταινία Μαρμελάδα Φράουλας.

Είναι ακόμα η πιο μαγική ταινία σε ολόκληρη την ιστορία του σύμπαντος.

 

Επανένωση

Μου τηλεφώνησαν για να μου πουν ότι το νησί είχε επανενωθεί σε μια νύχτα. «Τι έκπληξη», είπαν. Κανείς δεν το περίμενε αφού είχαν ήδη περάσει ενενήντα επτά χρόνια. Πήγα κι εγώ στο πάρτι και ήταν όλοι εκεί: οι παππούδες μου, που φαίνονταν εξαιρετικά νέοι και υγιείς, οι γονείς μου, αγαπημένοι και ερωτευμένοι, κάθονταν στον καναπέ, χέρι με χέρι, κι εγώ, το πιο όμορφο κοριτσάκι που θα μπορούσατε να φανταστείτε, με τα πιο σγουρά μαλλιά, τα μεγαλύτερα μάτια, έκανα σχοινί. Αν πηδούσες αρκετά γρήγορα, το σχοινί εξαφανιζόταν.

«Όλα είναι τέλεια τώρα», είπε ο πατέρας μου. «Δεν έχουμε τίποτα άλλο να ανησυχούμε. Ας χαμογελάσουμε στην κάμερα». Και αυτό ακριβώς κάναμε.

***

Υπάρχουν στρώματα και στρώματα στην ιστορία, και ζευγάρια λέξεων που έρχονται και φεύγουν. Πραγματικότητα και ψευδαίσθηση, χέρι χέρι. Αλήθεια και ψέματα. Αγάπη και μίσος. Το τζαμί που κάποτε ήταν εκκλησία. Το εστιατόριο που ήταν σπίτι. Ο δρόμος που ονομαζόταν κάτι, μετά κάτι άλλο. Υπάρχει κάτι που ήταν και δεν είναι πια, όπως οι φωτογραφίες που έχω από το παλιό μας σπίτι, που κατεδαφίστηκε από μπουλντόζα. Το πρώτο μας αυτοκίνητο που μετατράπηκε σε θραύσματα. Το νησί που δεν ήταν χωρισμένο, μετά ήταν, μετά δεν ήταν, αλλά ήταν.

Στους τουρίστες άρεσε να δείχνουν το διαβατήριό τους και να περνούν τα οδοφράγματα. Κρατούσαν χάρτες και αυτό φαινόταν να τους καθησύχαζε. Έψαχναν τις πόλεις και τα χωριά που ήταν τα ίδια, αλλά τόσο διαφορετικά, με διαφορετικά ονόματα. Έμαθαν μερικές λέξεις στα ελληνικά και μερικές ακόμη στα τουρκικά, και αντάλλαζαν γλώσσες από τη μια πλευρά στην άλλη. Από τις δύο πλευρές αγόραζαν ρούχα, τσάντες, παπούτσια κιτς, εξωτικά σιροπιαστά γλυκά που τους κολλούσαν στα δάχτυλα. Οι βαλίτσες τους ήταν γεμάτες αντικείμενα, τα οποία μερικές φορές καταστρέφονταν όταν ένα γυάλινο βάζο ή ένα μπουκάλι έσπαζε και χυνόταν το σιρόπι. «Θυμάστε», έλεγαν, χρόνια αργότερα, «το μικρό νησί που κάποτε πήγαμε για διακοπές; Εκεί που έπρεπε να δείχνουμε συνέχεια το διαβατήριό μας; Το νησί με τις υπέροχες παραλίες, τους φιλόξενους ανθρώπους, τον καυτό ήλιο; Λοιπόν, έχει επανενωθεί».

***

Και δεν ζήσαμε αρκετά χρόνια για να το δούμε. Τα φαντάσματα βγαίνουν μόνο τη νύχτα, ο ήλιος καίει πολύ τη μέρα. Πτώματα στρατιωτών που πέθαναν στη μάχη. Πολιτικοί που προσπάθησαν να βρουν τη λύση. Μητέρες, πατέρες, γιοι, κόρες που λαχταρούσαν να επιστρέψουν. Γιατροί που δεν μπόρεσαν να θεραπεύσουν. Καθηγητές που δίδαξαν όλα όσα γνώριζαν. Τα σώματα παιδιών που δεν μεγάλωσαν. Αρτοποιοί που ζύμωσαν ψωμί για όσους πεινούσαν για την ειρήνη. Ιερείς που προσεύχονταν μέχρι το πικρό τέλος. Τραγουδιστές που τραγουδούσαν μελαγχολικά τραγούδια με στίχους για την απώλεια. Χορευτές που στριφογύριζαν και σήκωναν τα χέρια τους και γύριζαν και χτυπούσαν τα πόδια τους σε ξύλινες σκηνές, ή στροβιλίζονταν σε αίθουσες, με τη γη να περιστρέφεται, και να περιστρέφεται, και να περιστρέφεται. «Αν το θέλει ο Θεός», είπαμε και περιμέναμε. «Ίνσαλλαχ», απαντούσαν και περίμεναν. Και ο Θεός, περίμενε κι αυτός.

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.