Γραμμές της Ρωξάνης Νικολάου

Ρωξάνη Νικολάου

Ψαλιδιστής

(υπό έκδοση)

 

Άυπνα σπίτια

Πέρασα από το σπίτι σου· με είδε

ήπιε νερό και πικρογέλασε.

Στο στόμα του έλαμψαν

χρυσά δυο δόντια:

ο αραμπάς με την αρτηριοσκλήρωση

και το αναπηρικό του Κρίτωνα.

Κυλούσανε σε αφράτους δρόμους

και συνέχιζαν

πέρα απ’ το τέρμα

μέσα στον ουρανό.

 

Στα μετόπισθεν της όρασης

Θέλω να σας χαρίσω τον χρόνο που έζησα σ’ έναν κόσμο

που υπήρξε χάρη στη φαντασία μου -όπως κι εγώ η ίδια άλλωστε-.

Συμφωνεί κι ο θάνατος μαζί μου καθώς βαρύθυμα βαδίζει

πάνω στα μνήματα, μετράει την αχνάδα των ονομάτων

τη λιπόσαρκη αναμέτρησή τους με τον χρόνο

-πώς νικιούνται-.

 

(Τι χάσμα αβυσσαλέο

ανάμεσα σε δυο στιγμές

ενώ ακούς τη γλυκομίλητη

ανάσα του αέρα

σ’ ένα πετάρισμα βλεφάρων

πώς γίνεται ουρλιαχτό).

Αφουγκραστείτε το χοχλάκισμα του αδικημένου αίματος

στα μετόπισθεν της όρασης τη στάχτη που πέφτει

ασταμάτητα πέφτει πάνω στο πρόσωπο του κόσμου.

Μη φοβηθείτε. Μονάχα συμπονέστε ό,τι χάνεται

με ανερμήνευτους φθόγγους.

 

Ο φυλακισμένος

Ίσκιος βουβός

στο τυφλό του μάτι

ξυπνάει ήχους κλειδιών.

Το καύκαλο της γης

κρανίο αγκάθινης επιθυμίας

(τεμαχισμένα μίλια το μυαλό).

 

Είναι νωρίς ακόμα

Τον ανάποδο, ζαβό καθρέφτη μου για προσκέφαλο

και στη ζεστασιά του κόρφου μου τον βάζω

και κλωσσάει, ξανά γεννάει τα όσα πάνε να χαθούν

και χάνονται

σσς μην το πεις

μες στον καθρέφτη

πόσα τα άθαφτα

τα καλοζωισμένα.

(Αδερφέ μου, ο νεκροθάφτης

που λέρωσε με λάσπες

το μωρό και μες στο κρύο

το ‘χωσε, μες στο σκοτάδι

τόσες λεύγες μακριά απ’ το σπίτι μας

τώρα ζιβανίες κατεβάζει και το μωρό

πλέει σε κούνια ρόδινη

γελώντας

-μες στον καθρέφτη μου-)

“Κοιμηθείτε, κοιμηθείτε αγάπες μου, είναι νωρίς ακόμα”.

 

Παιδούλα σκιά

Μικροκαμωμένη και ωχρή

με πλησίασε

η παιδούλα σκιά μου.

Ξεσκαλώσαμε τα ρετάλια

των χρόνων

από τα μάτια των βάτων.

Φάνηκε το παλιό σπίτι.

Στο δωμάτιο με το χαμηλό φωτάκι

κοιμόνταν τ’ αδέρφια μου κι εγώ.

Στο άλλο οι γονείς.

Πώς θέλησα τα πρόσωπά μας να χαϊδέψω

και του σπιτιού τους τοίχους

να τρέξω στην αυλή κάτω απ’ το πάτωμα

μα το τριζόνι βύθιζε το νύχι του

στην κοιλιά της άδειας νύχτας.

 

Πρωινό

Ξένο φως, άλαλο καρφί στο σώμα

ο ορίζοντας σαρώνει τ’ όνομά μου.

Το παράθυρο σιγοτραγουδά :

τι ωραίος ο φράχτης με τα σάπια φύλλα

τι όμορφα που κελαηδούν τ’ ανέστια πουλιά!

 

Το άγαλμά μου είναι οι άλλοι

Σε αίθουσα αναμονής κρατώ

τη μάνα απ’ το χέρι.

Ο πλαϊνός κύριος

μου τείνει ένα σκουριασμένο καρφί

κουτσό μαχαίρι ο πιο πέρα.

Ένα κορίτσι ψιθυρίζει

“ο πατέρας μου θα σε τουφεκίσει”

και μου φυσάει μια μαύρη φλόγα.

Η πόρτα δεν ανοίγει.

(Πώς φοβάμαι μητέρα.)

Με το καρφί και το μαχαίρι

φτιάχνω ένα άγαλμα

σα ζυμαρένια κούκλα

και με τη μαύρη φλόγα στην καρδιά

κοιμάμαι.

Όνειρα γεννούν

μέσα στον ύπνο μου.

(Τις νύχτες κλαίω αλλά κανείς δε μ’ ακούει

μόνο ο αντίλαλος που πληθαίνει στο χείλος του πηγαδιού).

Φυτεύω το δάκρυ, το αίμα, τη στάχτη

φυτρώνουν όμορφα δέντρα.

 

 

 

 

 

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.