Ανδρέας Μαλόρης

Εκκαθάριση προσωπικού (Διηγήματα)

Εκδόσεις Παράκεντρο 2012

ΟΙ ΠΕΤΣΕΤΕΣ ΑΝΕΜΙΖΟΥΝ

Η κυρία Δώρα μόλις έχει γυρίσει από το νοσοκομείο. Η λευχαιμία παραμένει σταθερή. Όχι «ίαση», απλά μια «ύφεση», της είπαν. Ποια η διαφορά; σκέφτηκε. Σημασία έχει ότι μετά από πολύ καιρό νιώθει καλά. Ένα ανεξήγητο μελτεμάκι που ανασηκώθηκε ξαφνικά εντός της, τη δροσίζει ευεργετικά από το μεσημέρι κι αλαφροπετάει. Κι ας δαγκώνουν οι κλειδώσεις. Με την αρθρίτιδα έχουν υπογράψει από καιρό σύμφωνο συνεργασίας και εκατέρωθεν ανοχής. Την έχει εν άλλοις συνηθίσει. Όπως τώρα, που γερμένη στον καναπέ προσπαθεί να αποφύγει ένα σφάχτη που εφορμά κάθε τόσο απροειδοποίητα και της μαχαιρώνει την πλάτη.

Παρέα με το βοριαδάκι όμως εισβάλλει μέσα της και μια ακατανίκητη διάθεση για κίνηση, κόσμο. Έστω και τηλεοπτικό. Στα τόσα χρόνια της προσφυγιάς πρώτη φορά αναζητά το απέναντι πρόσωπο με τόση ζέση. Μετά το θάνατο του κυρ Κώστα και τη φυγή των παιδιών, της αρκούσαν οι ομιλίες στις φωτογραφίες και οι θόρυβοι της μνήμης. Σήμερα όμως νιώθει διαφορετικά. Γι’ αυτό και τεντώνει το δεξί χέρι για να πάρει το τηλεχειριστήριο από το τραπεζάκι δίπλα, οπόταν ακούγεται στον δεξή ώμο κάτι σαν διαμαρτυρία πεπαλαιωμένου επίπλου, πονάει, ίσα που το ακουμπά και της ξεφεύγει. Πεισμωμένη, σφίγγοντας τα δόντια, καταφέρνει εν τέλει και το φέρνει στα χέρια πριν συντριβεί στο μαρμάρινο δάπεδο. Πατά μετά ένα-ένα τα κουμπιά, αλλά αυτά αρνούνται να τη συνδέσουν. Έχοντας από καιρό παραδοθεί στη σκουριά του καουτσούκ, ίσως και ένεκα λιπόθυμων μπαταριών, στήνουν πόδι. Το κουνάει περά-δώθε σαν κουμπαρά σε περίοδο αδεκαρίας, αλλά εις μάτην. Απογοητευμένη το πετάει στο πλάι και γυρνώντας ολόσωμη προσπαθεί να σηκωθεί. Να ξεμουδιάσει.

Κείνη τη στιγμή ακριβώς η ματιά της συναντά τον τοίχο απέναντι. Συγκεκριμένα πέφτει εκεί όπου κρέμεται η φωτογραφία του γιου της, του αγνοούμενου από τον πόλεμο. Τριάντα οκτώ τόσα χρόνια τώρα. Μεμιάς ανασκιρτά! Διαβλέπει μια κίνηση ζωής: Τα χείλη του παίζουν και σκέφτεται αμέσως τη σκάλα. Θα ’θελε πολύ να ξεκαρφώσει τη φωτογραφία, να κατέβει τα σκαλιά θριαμβευτικά και τρέχοντας στον δρόμο να την περιφέρει ένα γύρω, ίδια όπως κρατάνε ψηλά την εικόνα του Χριστού μετά την Ανάσταση. Να τη λιτανέψει αριστερά-δεξιά και να την επιδεικνύει λέγοντας: «Είδατε που σας έλεγα; Ζει, ζει!» Αυτό θα ’κανε, μα σκάλα δεν υπάρχει στο σπίτι και σκέφτεται να δανειστεί μία απ’ την κυρία Αθηνά που μένει δίπλα, αλλά δεν τολμά. Τέτοια ώρα θα της γινόταν βάρος.

Ανασηκώνεται να πλησιάσει την κορνίζα κι αισθάνεται ένα αναπάντεχο μυρμήγκιασμα να την κυριεύει, τη λούζει μια ζάλη πρωτόγνωρη και έχει την εντύπωση ότι διαρρέει ξαφνικά ο αέρας και το δωμάτιο αδειάζει. Αφήνει τον καναπέ και γογγύζοντας κινά για την πόρτα της κουζίνας, να βγει έξω, να ανασάνει. Παρόλο που αναπνέει γρήγορα με ολάνοικτο στόμα, εντούτοις κινείται αργά, γι’ αυτό και μέχρι να φτάσει στην πόρτα, ο αέρας έχει τόσο λιγοστέψει που, πριν εισέλθει στα πνεμόνια της, τελειώνει.

Ανοίγει τώρα και κατεβαίνει στην αυλή σαν μικρό παιδί, γυρνώντας πρώτα-πρώτα στο πλάι. Απλώνει μετά το δεξί πόδι επιφυλακτικά, ξεπερνά με κόπο το σκαλί κι αμέσως πέφτει το μάτι της στις πετσέτες που έπλυνε χθες ξεχασμένες στο σύρμα της αυλής. Την πλημμυρίζει ελπίδα: Πλαταγίζουν πολύχρωμες, με τα λογής-λογής τετραγωνάκια τους, φουσκωμένες αέρα! Προχωράει και αρχίζει να τις μαζεύει, κρατώντας το σύρμα στο ένα χέρι κι ανοίγοντας τα μανταλάκια με το άλλο. Οι πετσέτες πριν υποσταλούν, της φυσάνε στο πρόσωπο και πάει παρακάτω. Μέχρι το μέσο έχει πια χορτάσει τόσο οξυγόνο που φτάνει στο τέλος με σχετική ευκολία.

Ξαφνικά νιώθει και πάλι κείνη την ακατάσχετη πείνα για αέρα να εισβάλλει μέσα της. Μόνο που τώρα μοιάζει πεισματική, σχεδόν ορμητική. Εντούτοις η ίδια χαμογελά με νόημα! Σκέφτεται ότι δεν έχει παρά να ακολουθήσει το ίδιο δρομολόγιο πίσω, μαζεύοντας κι άλλες σωτήριες πετσέτες κι αναθαρρεύει. Γραπωμένη όπως είναι ακόμα στο τέλι, γυρνάει ανάποδα και ξεκινάει το ταξίδι της επιστροφής. Ανασηκώνει όμως το κεφάλι πριν ξεκινήσει και κοιτάζει: Το σύρμα άδειο! Ένα τεντωμένο φίδι γυμνό, μια ατέλειωτη άγονη γραμμή. Και τότε ακριβώς αντιλαμβάνεται ότι οι πετσέτες τελείωσαν, δεν έχει άλλες. Και κάθεται. Κρατιέται για λίγο στη στάση αυτή και μετά γέρνει απαλά στο πλάι, μαζεύει ελάχιστα τα πόδια και μένει εκεί. Οι πετσέτες ξεφεύγουν απ’ τα χέρια και σκορπάνε.

Παράξενο όμως! Τώρα νιώθει εντελώς καλά, απελευθερωμένη! Τόσο καλά, που δεν μπαίνει καν στον κόπο να αναπνεύσει. Όταν ο νεαρός άντρας της φωτογραφίας πλησίασε, εκείνη ακόμα χαμογελούσε:

– «Έλα, μητέρα», της είπε, «αργήσαμε!»