Γραμμές του Χρήστου Χρυσόπουλου

Χρήστος Χρυσόπουλος

Το σώμα του Τιρθανκάρα

(Οι συναντήσεις ενός ταξιδιού στην Ινδία)

Εκδόσεις Νεφέλη, 2014

Λίγο αργότερα τέσσερις ψηλοί και γεροδεμένοι σιχ έβγαιναν με καντιανή ακρίβεια από την κοντινή Γκουρντβάρα, οι ίδιοι κάθε φορά, και μοίραζαν στους αγουροξυπνημένους άκληρους μεγάλες φούχτες σκούρου καλοψημένου χαλβά από σιμιγδάλι. Οι τρεις βαστούσαν ένα ρηχό καζάνι και ο τέταρτος μοίραζε το γλυκό. Κανείς δεν μιλούσε κατά τη διάρκεια της διανομής. Μολονότι ο ήλιος σηκωνόταν γοργά αυξάνοντας τη θερμοκρασία, κανείς δεν έσπαζε τη σιωπή. Η ελεημοσύνη δινόταν με το άγγιγμα των χεριών. Ο σβώλος του σιμιγδαλιού κυλούσε στην παλάμη του σιχ και προτού πέσει από τις άκρες των δακτύλων, δεκάδες ανοικτές παλάμες αγωνίζονταν να ευθυγραμμιστούν την τελευταία στιγμή με τ´ ακροδάχτυλα του δωρητή, ώστε η γλυκιά μπουκιά να περάσει με αδιατάρακτη πορεία από το ένα χέρι στο άλλο. Μόνο τότε η τυχερή παλάμη αποσυρόταν κλείνοντας τα δάκτυλα και ο αποδέκτης πισωπατούσε με ένα ελαφρύ κατέβασμα του κεφαλιού μπουκώνοντας όλο το χαλβά μεμιάς. Κάποιοι έφερναν τα χέρια στο στήθος, στη θέση του «νάμαστε», με τα μάγουλα γεμάτα χαλβά και έμοιαζαν να ευχαριστούν όχι τον συγκεκριμένο άνθρωπο που τους πρόσφερε το φαγητό, άλλα την ημέρα που ξεκινούσε με ένα δώρο για τη ζωή.

Δεν είχα το θάρρος να τους πλησιάσω, μολονότι ήθελα πάση θυσία να δοκιμάσω εκείνο το έδεσμα. Η λογική έλεγε ότι το φαγητό του δρόμου είναι επικίνδυνο για το ανοσοποιητικό σύστημα ενός δυτικού ταξιδιώτη, αλλά εγώ δεν θα ησύχαζα αν δεν δοκίμαζα τον ινδικό χαλβά.

Έκανα κάμποσες φορές μερικά βήματα, αλλά πάντοτε στο τέλος δίσταζα. Κι όμως, η επιθυμία ήταν ολοένα μεγαλύτερη. Ίσως αυτή τελικά να ήταν και η κινητήρια δύναμη της καθημερινής μου βόλτας. Ίσως, ενδόμυχα, να ήταν εκείνος ο σιχ χαλβάς που με έβγαζε ξημέρωμα στους δρόμους του Τσάντνι Τσοκ. Τουλάχιστον να τον έφερνα στα χείλη. Να αισθανθώ την υφή του και τη μυρωδιά. Τελικά πήρα το θάρρος και το Σάββατο, 11 Αυγούστου του 2012, λίγο πριν αδειάσει το ρηχό καζάνι που κρατούσαν οι σιχ, πλησίασα. Με συστολή, λαιμαργία και προσμονή άπλωσα κι εγώ την παλάμη.

Τότε, ξαφνικά, όλες οι άλλες παλάμες τραβήχτηκαν απότομα κι έμεινα μόνο εγώ με το χέρι τεντωμένο. Τρόμαξα. Δεν μπορούσα να καταλάβω αν ήταν κάποια αθέλητη από μέρους μου προσβολή που τους έκανε ν´ απομακρυνθούν. Πιθανώς θα ήταν μια αναπάντεχη αποστροφή ή τρόμος. Τα μάτια τους δεν έδειχναν εχθρότητα. Ίσως, από την άλλη, να μου παραχωρούσαν –από δειλία ή εμπεδωμένο αίσθημα κατωτερότητας– την αδιαμφισβήτητη προτεραιότητα που απολαμβάνει ένας δυτικός ανάμεσα στους ανέγγιχτους. Αυτό το ενδεχόμενο με ενόχλησε ακόμη περισσότερο. Ήταν οι πρώτες μέρες του ταξιδιού, ήμουν ακόμη άμαθος.

Σκέφτηκα μήπως έκανα κάτι απαγορευμένο. Μήπως είχα σπάσει κάποιον άγραφο ηθικό κανόνα των σιχ και όλοι ξαφνιάστηκαν με το θράσος ή την άγνοια μου και τραβήχτηκαν περιμένοντας την τρομερή επίπτωση της ύβρεως που διέπραξα. Ασυναίσθητα, από αντανακλαστικό και δίχως σκέψη, τράβηξα κι εγώ το χέρι μου. Έμοιαζε σαν να ακουμπήσαμε όλοι ταυτόχρονα το ίδιο γυμνό καλώδιο ρεύματος που μας τίναξε ακαριαία.

Ακολούθησε ένα δευτερόλεπτο αμηχανίας. Θυμάμαι ότι όλα τα βλέμματα ήταν στραμμένα επάνω μου. Τότε ο επικεφαλής σιχ, ένας ψηλός ηλικιωμένος άντρας με φροντισμένο μούσι και ψηλό λαμπερό τουρμπάνι, έτεινε το δεξί του χέρι αργά, έπιασε σφιχτά τον καρπό μου, με τράβηξε ελαφρά τεντώνοντας τον αγκώνα μου και έστρεψε τον πήχη προς τα επάνω, κάνοντας την παλάμη μου να αποκαλυφθεί εμπρός του. Με το αριστερό χέρι φούχτωσε μια μεγάλη γωνιά χαλβά και την τοποθέτησε με προσοχή ανάμεσα στα δάχτυλά μου. Κατόπιν, δίχως να αφήσει τον καρπό, έσπρωξε το χέρι μου πίσω προς εμένα, σαν να μου το επιστρέφει, με μια κίνηση που δεν είχε τίποτα βίαιο ή ενοχλητικό.

Στάθηκαν τότε όλοι και περίμεναν να δοκιμάσω το γλυκό. Στην άκρη του έρημου δρόμου, ανάμεσα σε δεκάδες Ινδούς ντυμένους με κουρέλια, γυναίκες καλυμμένες με σάρι, ψηλούς γενειοφόρους σιχ και περαστικούς που έσκυβαν με περιέργεια, στεκόταν ένας τουρίστας ντυμένος με κούρτα, κρατώντας αποσβολωμένος έναν σβώλο χαλβά στο χέρι, ενώ όλοι τον κοιτούσαν στα χείλη με προσμονή, περιμένοντας να βάλει την μπουκιά στο στόμα.

Τότε ξέχασα αμέσως κάθε οδηγία που είχα διαβάσει στο Lonely Planet, τις συμβουλές όσων φίλων είχαν ταξιδέψει στην Ινδία, την υπόσχεση που είχα δώσει στον εαυτό μου να μην αρρωστήσω από το φαγητό και με μια αργή τελετουργική κίνηση (τουλάχιστον έτσι εντυπώθηκαν όλα στη μνήμη) γέμισα το στόμα με μια τεράστια μπουκιά ζεστού, αρωματικού και λεπτόκοκκου χαλβά.

Δεν ξέρω τι έκφραση πήρε το πρόσωπό μου, αλλά με το πρώτο μάσημα όλοι λίκνισαν το κεφάλι μ’ εκείνον τον κωμικό ινδικό τρόπο και τα λιγνά χέρια τεντώθηκαν πάλι ολόγυρα μου ζητώντας κι εκείνα τη δική τους ανταμοιβή.

Όλα πλέον συνεχίστηκαν όπως πριν. Οι σιχ ολοκλήρωσαν το μοίρασμα σαν να μη βρισκόμουν εκεί. Ξαφνικά είχα γίνει αόρατος. Γύρισα την πλάτη και βάδισα πίσω προς το ξενοδοχείο με την αίσθηση ότι είχα κυριολεκτικά ένα κομμάτι της Ινδίας στο στόμα.

(Επιλογή: Ζωή Χατζηβασιλείου)

Διαβάστε:  Λογοτεχνία: Από την πόλη στον Ορίζοντα

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.