Κωνσταντίνος Κοκολογιάννης 

”Α – στερητικό”,

Εκδόσεις Αρμίδα

 

Άμπωτη Αγάπης

Πρωινή άμπωτις ο χρόνος

Ρουφά

καλά και άσχημα της ζωής

 

Άδικα τραβάς το σχοινί

Η βάρκα της αγάπης

ξελύθηκε

– ή την έλυσε ο χρόνος –

κουκίδα αγνώριστη

στο βάθος του ορίζοντα

 

Αποτέλεσμα μηδέν

Κλάματα δεν υπάρχουν πια

Ήταν δυνατή η βροχή το πρωί

Μια ηλιαχτίδα ξεπρόβαλε

Το τοπίο ήταν μαύρο

Ο χρόνος έπαψε να υπάρχει

Η αιωνιότητα δεν πληγώθηκε

Το μυαλό ακινητοποιημένο στη στιγμή

Το δέντρο κάηκε μέσα στην αναμπουμπούλα.

Αποτέλεσμα μηδέν

 

Γένοβες

Γένοβες αταξίδευτων πλοίων

σχίζουν ηδονικά το κορμί μου,

άπραγος βουλιάζω

σε λιμνάζοντα υγρά

απλώνω το χέρι

σπασμωδικά

για να με πιάσεις

κι εσύ νομίζεις ότι

αυνανίζομαι

 

Πυξίδα

Ψάχνω στα παλιά πράγματα να βρω την πυξίδα, που παιδί, μου χάρισαν οι γονείς μου.

Τουλάχιστον θέλω να ξέρω τον προσανατολισμό της πτώσης μου.

 

Ιθάκη

Ιθάκη ο θάνατος

Όλα τα άλλα

κύκλος

έλλειψη

μια τεθλασμένη γραμμή

 

Καλώδια

Καλώδια

σαν ανακόντα τυλίγουν το κορμί μας

 

Μπαίνουν στ’ αυτιά

χάνουμε την ακοή του κόσμου

 

Τρυπούν τον εγκέφαλο

γινόμαστε φυτά

Μάτια καρφωμένα σε μια νεκρή φύση

 

Καλώδια παντού

 

Νύχτα μορίων Καλίου

Είναι τα βράδια που οι άμυνες πέφτουν, έρχονται χωρίς να τα καλέσω

– αποκαΐδια ο εγκέφαλος δεν μπορεί να αντισταθεί-

Ο θρήνος τους παραμορφωμένα dB, τύμπανα τρυπημένα,

Αλυσοπρίονα  οργισμένα.

Το δάκρυ τους καυτό σαν ζιζανιοκτόνο, καίει την ψυχή και πονάει.

Δικαιολογίες δεν υπάρχουν, όταν κυβερνούν τα στομάχια και όχι οι καρδιές.

Ο βηματισμός τους αργός, σερνάμενο ριζικό σύστημα μπλοκαρισμένο από μόρια ελαφρότητας πλουσίων

Δάσος τα δέντρα που με περικυκλώνουν

Το πρωί θα πουν ότι αυτοκτόνησα με χλωροφύλλη

 

Ρεμπέτικο

Δεντρύλλιο της φαντασίωσης

υπερήφανα καταπράσινο

ηδονικά κουνάς τα φύλλα σου

ρεμπέτικα ταξίμια το θρόισμά σου

Πόσο φτωχός ο κόσμος

που δεν σε γεύτηκε

 

Στα σκοτεινά

Pixels τρυπούν το μυαλό

χύνοντας φαντασιώσεις

Άντρες γυναίκες ένα και το αυτό

Λαχανικά ανοίγουν οπές

ψάχνοντας γράμματα της αλφαβήτου

το τρέμουλο ζητά ζωή απ’ τη βαριά ανάσα

Η κραυγή γεμίζει με υγρά το στόμα

 

Χριστούγεννα

Τα βαλς του Shostakovich, ακούγονται λυπημένα

καλώδιο ψεκαστήρας, θηλιά στο λαιμό του Καρυωτάκη

ή είναι ο δικός μου;

 

Τα Χριστούγεννα έρχονται

και φυτοζωώ ανάμεσα σε εκατόμβες

νεκρών εντόμων και φυτών

 

Κορμί μουχλιασμένο

το υδροξείδιο του Χαλκού δεν φτάνει για να το γιάνει

 

Ο Άγιος Βασίλης είναι νεκρός

 

Χρόνος

Χρόνος λάστιχο

Πιο γρήγορα

πιο αργά

 

Χρόνος φυσικός

θέλγητρο και αποστροφή

το Δt

το f(t)

κατασκεύασμα ψυχοφθόρο

 

Όνειρο

Κατούρησα το χέρι σου

χωρίς ντροπή

Πήρα υγρό σαπούνι

το άλειψα πάνω του

νερό έσταξε για να στο ξεπλύνω

Η συμφωνία επικυρώθηκε