Γραμμές

Κώστας Βασιλείου

Το Βραβείο «Γ.Φ. Πιερίδης» της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου απονέμεται φέτος στον ποιητή Κώστα Βασιλείου. Η τελετή απονομής του βραβείου θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα, 11 Ιουνίου, ώρα 7.30 μμ., στην Πύλη Αμμοχώστου, στη Λευκωσία.


Επειδή

Επειδή κάψατε τα δάση μου

Για να κόψετε τα οικόπεδά σας

Και μιλάτε για Δασούπολη

Εκεί που δεν υπάρχει ούτε ένα δέντρο

Επειδή ανασκάψατε τους κήπους μου

Για ν’ απλώσετε τα γήπεδά σας

Και μιλάτε για Ανθούπολη

Εκεί που δεν υπάρχει ούτε ένα άνθος

Επειδή μωρανθήκατε

Επειδή σκοτώνετε τον ήλιο μου

Για να πλουτίσετε τα σκότη σας

Και μιλάτε για Λάμπουσα

Εκεί που δεν υπάρχει λάμψη

Και μιλάτε για Αλάμπρα

Εκεί που δεν υπάρχει φως

Όμως υπάρχει ο Κεραυνός

Και θα σας κάψει.

Και πάλι η ποίηση

Εύκολο είναι, είπε η Χελιδόνα

Να ζωγραφίζετε στους τοίχους κόκκινα πουλιά.

Το δύσκολο είναι να τα ζωγραφίζετε με αίμα

Και να ’ναι το αίμα ζωντανό

Και να ’ναι το αίμα φονικό

Και να ’ναι κόκκινο και μαύρο

Κόκκινο και φαρμακερό.

Τότε μονάχα θα μπορούσαν τα πουλιά

Να ζωντανέψουν, να πετάξουν και να τραγουδήσουν

Την άνοιξη, τον ήλιο και τον έρωτα

Τη θάλασσα, τον ουρανό και πάλι τον έρωτα

Η ποίηση είναι ο έρωτας κι ο έρωτας

Η λευτεριά η αγάπη

Τα επίθετα

Δεν πρόφτασε καλά καλά να γίνει δήμαρχος

Ο κύριος Ριμαχό, κι όπως το είχε υποσχεθεί

Κήρυξε εκστρατεία ενάντια στα επίθετα.

Δεν είναι κατάσταση αυτή, έλεγε και ξανάλεγε

Κάθε φορά που σηκώνεται ένας άνεμος

Να γεμίζει η πόλη, κι ούτε ένα παράθυρο

Ούτε την πόρτα σου να μην μπορείς ν’ ανοίξεις.

Κι έδωσε εντολή στην καθαρίστρια

Να πάρει σβάρνα δρόμους και πλατείες

Να τα σκουπίσει.

Να τα σκουπίσω κύριε δήμαρχε

Του είπε η Ριμαχόνα, αλλά να με συμπαθάτε

Δεν μπορώ να καταλάβω τι σας έπιασε με τα επίθετα, καλά

Να προσπαθήσουμε να περιοριστούμε στα ουσιαστικά

Μα γίνονται ουσιαστικά χωρίς επίθετα; δεν γίνονται

Όπως δεν γίνονται ουσιαστικά χωρίς τα ρήματα.

Αφήστε τώρα που είναι βαρυχειμωνιά και πέφτουν

Με τη βροχή και τον άνεμο –την άνοιξη

Μα και το καλοκαίρι ίσαμε τον Αύγουστο

Αν τύχει να περάσετε καμιά φορά απ’ το χωριό

Έχω μια ροδιά στην αυλή μου, μια ροδιά

Με κάτι κόκκινα ρήματα, με κάτι κόκκινα ουσιαστικά

Να τα κοιτάζεις και να σε πονούν τα μάτια

Να τα ξανακοιτάζεις και να σου έρχονται δάκρυα στα μάτια

Έτσι καθώς τα βλέπεις να υπάρχουν και να αναπνέουν

μέσα σε μια θάλασσα

Από πράσινα επίθετα.

 

Η Αναστασία

που ήρτεν κλάμοντα στον κόσμον

τζι εν επαρηορκέτουν το μωρούλλικον

μήτε βυζί εδέχετουν

μήτε την ρώβαν έπιαννεν

τζι ένας ετίμαζεν να μεν κόψουν το κρίμαν της

τζι άλλος ελάλεν ζάβαλλη μου τ’ αρφανούλλικον

τζιαι στες τρεις που εποτζιοιμήθηκεν

εγέλαν εις τον ύπνον της

τζι εβάλλαν ούλλοι τον σταυρόν τους

τριών ημερινών μωρόν πότε το έμαθεν

πού το είδεν το γέλιος

τζι η μια ελάλεν εν η Αγιά Μαρίνα η τζιυρά

που ποτζιοιμίζει τα μωρά

τζι άλλη ελάλεν εν η Παναία η Τζιυκκώτισσα

τζιαι σούζει της τα κουκουνάρκα

τζι επολοήθηκεν η μάνα της τζιαι είπεν τους

Βρίξετε, μεν μου την φαράζετε, εν θωρείτε

που την κρατεί μέσα στ’ αγκάλια του ο τζιύρης της

τζια πομωρίζει την α νάννι νάννι

νάννι νάννι την κόρην μου

νάννι την ματσικόρην μου

Βασίλης Μιχαηλίδης Ο Πέρκαλλος

που οροθέτησεν το πέρκαλλον με την ανεράδαν, την Εννάτην Ιουλίου τζιαι την Χιώτισσαν, με τον Δκιάολον, με τον αμολόητον, με τον Ρωμιόν – τζιαι με την Ρωμιοσύνην· που έκαμεν τον άξαμον για την περκαλλοσύνην, με το πιο ακριβόν τετράστιχον που έγραψεν ποιητής για την πατρίδαν του· αν έσιει άλλον καλλύτερον φέρτε το τζι’αξαμώστε· έβρετε άλλες λέξεις όπως το συνότζιαιρη, όπως το σσιέπει, όπως τα’ψη, μα προπαντώς, όπως το δεύτερον κανένας μες την μέσην, που κατεβαίνει που τον δεύτερον στον τρίτον στίχον όπως το μασιαίριν: 

Η Ρωμιοσύνη εν φυλή συνότζιαιρη του κόσμου·

κανένας εν εβρέθηκεν για να την ιξιλείψει·

κανένας, γιατί σσιέπει την που τα’ψη ο Θεός μου·

η Ρωμιοσύνη εν νά χαθεί όντας ο κόσμος λείψει.

Ένει οξά’ν ένει ο πέρκαλλος; έτσι λαλείτε εσείς τζι’εγιώ, μα ποιός μας λοαρκάζει αφόν το είπεν τζι’ο GrantePope της ποιητιτζιής, ο νομπελλίστας ο Σεφέρης, που κάθε λος του ήταν ευαγγέλιον, που μ’έναν νέψιμον του έκαμνεν τον ψύλλον κάμηλον τζιαι τον κάμηλον ψύλλον, που είπεν είπεν για τους δασκάλους του γένους τζι εδιασταύρωσεν τζι εστράωσεν τους τζι εμπαστάρτεψεν την ποίησην με τον κάθε φραγκολεβαντίνον που τ’ανάθθεμαν, τζι έν ήβρεν μιάν λέξην να πει για τον ποιητήν της Ρωμιοσύνης· να φανταστούμεν ότι έν τον άμπλεψεν, όι ο δι, ο τρίμματος, π’ανάγυρεν την Κύπρον που γωνιάς, που εν άφηκεν πέτραν ασήκωτην, που είπεν – ώρα του καλή – για τον Νεόφυτον τον Έγκλειστον, για τον Λεόντιον τον Μασιαιράν τζαι για τον Αδαμάντιον, που είπεν για τους σσιύλλους τζαι για τους κάττους, για τους στρούφους τζαι για τους κουκκουφκιάους, τζι έν άμπλεψεν κοτζιά μου λιόνταν, κοτζιά μου ατόν; άμπλεπεν τζι εκαλάμπλεπεν, αν μεν έμπλεπεν, πόθθεν εξετρύπωσεν, για να μεν πούμεν ότι εκλεφτούρκασεν την λέξην Ρωμιοσύνη, για να κάμει τον ψηφιδωτόν καημόν της Ρωμιοσύνης, το καμάριν του, γιατί αν μεν την εκλεφτούρκαζεν, γιατί εν έβαλεν μιαν παραπομπήν, που έκαμεν τες Σημειώσεις επιστήμην για τους ξενικούς τζαι τους αρχαίους; μόνον που ο Βασίλης έν ήτουν μέ ξενικός μέ αρχαίος, μέ μπάσταρτος μέ λινοπάμπακος, ως τζαι μιαν αφιέρωσην που εσκέφτετουν να βάλει κάτω που τον τίτλον του,

ΝΕΟΦΥΤΟΣ Ο ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΣ ΜΙΛΑ

Μνήμη του ποιητή Βασίλη Μιχαηλίδη

σκέφτου τζαι να σκεφτείς, να την βάλει να μεν την βάλει, ανάδοξεν του τζι έν την έβαλεν, τζι εβρέθην πεταξούμενη σ΄έναν δαχτυλόγραφόν του για να τον δαχτυλοδείχνει,

Liequietdivus

Θέλω να πω θκειέ μου Βασίλη,

Βασίλη βασιλέα μου 

φέγγος των αμμαθκιών μου·

κανένας εν σε θκιαβάζει

κανένας εν σε σκαμπάζει·

κανένας εν σε σαϊτίζει

κανένας εν σε πεϊντίζει

κανένας – ποιός τους καταρκάζεται

κανεί που έγραψες τ’αθάνατα ποιήματά σου 

τα βαρβάτα,

στα ζωντανά σου τα Ρωμαίϊκα τ’αμολόητα

τ’αρτσιάτα.

Ακούστε εδώ το ποίημα