Λεύκιος Ζαφειρίου

Η ΘΛΙΨΗ ΤΟΥ ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΟΣ

Μεταίχμιο, 2007

 

Η θλίψη του απογεύματος

Στον Λευτέρη Παπαλεοντίου

Είναι το ρημαγμένο Δημοτικό Σχολείο

στην Αγία Τριάδα

με τις ετοιμόρροπες αίθουσες διδασκαλίας

 

είναι οι άδειοι μαυροπίνακες

και το πέτρινο σιντριβάνι

χωρίς νερό

στην αυλή του˙

 

μόνο ο μικρός ποδηλάτης

ανεβαίνει

στους έρημους δρόμους

πατώντας τα πετάλια του χρόνου

μέσα στη θλίψη του απογεύματος –

 

πλάι στις ξύλινες αγελάδες

που κρύβουν το ψηφιδωτό δάπεδο

με τα γεωμετρικά σχήματα

και τ’ άνθη από υακίνθους

 

κανείς δεν το βλέπει

έτσι που ανεβοκατεβαίνει μέσα στους έρημους δρόμους

το παιδί με ξανθά μαλλιά

που τ’ ανεμίζει

ένας θλιβερός άνεμος

Ριζοκάρπασο

Σε μια πατρίδα

φερειπείν ανάπηρη

στις γάζες.

 

Αθανασία

Ο ποιητής Διονύσιος Σολωμός

με το μαύρο παλτό του

κοιτάζει με λυπημένο πρόσωπο

το φεγγαρόφωτο της αθανασίας

 

 

Αλέξανδρε

Μας παρακολουθούν, Αλέξανδρε,

και τρέχουμε να κρυφτούμε

Που;

Εδώ είναι όλα εκτεθειμένα

το βλέμμα μας ο έρωτας μας

η μνήμη μας

όλα σάμπως να μην αντιλαμβάνονται

πόσο έχουμε εκτεθεί

στην εξουσία του θανάτου.

Μας απειλούν Αλέξανδρε,

τόσες διαψεύσεις το τσιμεντένιο πρόσωπο

αυτής της πόλης

ο ύπνος που μας βαραίνει.

Έχουμε πέσει τελεσίδικα

μισοζαλισμένοι πάνω

στις λιπαρές μας μέρες.

 

Έρωτος παιχνίδια

Καθώς το δίκταμο

η δική σου οσμή με ενοικεί

στους κήπους της Αερώδους Αφροδίτης

ο πόνος μ’ ενηλικιώνει

 

και, οι στιγμές του σώματος σου

ως άνθη δίχειλα λευκά

με επιστρέφουνε στο μαύρο.

 

Κάτω από τη μυρσίνη

το χαριέστατο βρέφος της

κοιμίζει η Αστάρτη˙

 

το άρωμά σου

κι η λύπη ωστόσο

με κατέχουν

 

 

Ο Λόρδος Μπαιρον στην Κωνσταντινούπολη

Ρεμβάζει τα τείχη του Θεοδοσίου

και τη μύτη του σουλτάνου Μαχμούτ

(λεπτή και αιχμηρή με μια

κλίση προς τα πάνω)

και τα οθωμανικά νεκροταφεία με τα ψηλά κυπαρίσσια˙

 

ψελλίζει τις λέξεις νταβατζής

ψωμί νερό

κι ύστερα κατεβαίνει την οδό

Ιστικλάλ
μέσα σ’ ένα πλήθος

αργόσχολων και σφριγηλών κοριτσιών

στα πολύχρωμα μαγαζιά, στο τραμ

 

κοιτώντας τη μετέωρη θλίψη της ιστορίας.

 

Στο γκρίζο φως

Ο θρυμματισμένος κόσμος

της Κύπρου

κι οι τελευταίες λέξεις

του Τσέζαρε Παβέζε

«δεν θα ξαναγράψω πια»

Στη Σαλαμίνα και στην Έγκωμη

η κατάστικτη σελήνη

μέσα στην παγωμένη νύχτα’

ανασαίνουμε το σκοτεινό

ρίγος της άνοιξης

 

 

Ποίηση Κύπρος 2006

Χτυπούν τα πλήκτρα στον υπολογιστή

σε γλώσσα χωρίς αλφάβητο

συλλαβάριο μαραζωμένης εποχής

με τη σκουριά στην Ιστορία στα μέταλλα