ΘΕΟΚΛΗΣ ΚΟΥΓΙΑΛΗΣ

 

Είναι ο χρόνος που έρχεται
σαν δροσερός αέρας
μ’ ένα ωραίο χαμόγελο και βλέμμα αθώο
μια μέρα μεσημέρι κοντά
σε παιδικά χαμόγελα
κι ήρθε η ώρα για τη σιωπή της νύχτας
τη μονότονη αναχώρηση
με τους λυγμούς ενός γέροντα
για όσα τραύματα μας άφησε ο χρόνος που μας φεύγει


 

Διακοπή

Φύγαν οι καλεσμένοι μας. Το σπίτι

είναι άδειο και σιωπηλό.

Περάσαμε καλά. Φάγαμε, ήπιαμε άφθονο κρασί

είπαμε τα αστεία μας, γελάσαμε με την καρδιά μας.

Είναι φίλοι καλοί. Τους αγαπάμε.

Φεύγοντας μας αφήσαν

τη μυρωδιά τους πάνω στα έπιπλα

την καλοσύνη της μορφής τους στους καθρέφτες.

Η παρουσία τους είναι ακόμη αισθητή.

 

Φύγαν οι καλεσμένοι μας.

Μείναμε μόνοι με την καθημερινότητα

με τις φροντίδες, τα προσωπικά προβλήματα

και τις κρυφές πληγές μας.

 

Ένας αδειανός άνθρωπος

Ένας αδειανός άνθρωπος κάθεται
μπροστά σ’ ένα αδειανό τραπέζι
μ’ ένα αδειανό πιάτο.

Στο αριστερό του χέρι κρατεί
πιρούνια δίχως δόντια
στο δεξί, μαχαίρι δίχως κόψη
και προσπαθεί να μοιράσει σε μπουκιές
την αδειανή σιωπή
που βρίσκεται στο αδειανό πιάτο
πάνω στο αδειανό τραπέζι.

Ένας αδειανός άνθρωπος προσπαθεί
να γεμίσει την αδειανή καρδιά του
με τ’ αδειανά λόγια της σιωπής.

 

Όλα μου τα υπάρχοντα
Μπορώ να μοιραστώ μαζί σας όλα μου τα υπάρχοντα
όλης μου της ζωής τα υλικά και τ’ άυλα αγαθά
τους στοχασμούς, τα αισθήματα, τα όνειρα
το καθετί που είναι ωραίο και ακριβό για μένα.
Την κινητή και ακίνητή μου περηφάνια όμως
την κρύβω όπως ο φιλάργυρος τα πλούτη του
την έχω αποκλειστικά για τον εαυτό μου.
Αυτή δεν τη μοιράζομαι.

 
To ταξίδι

Έβαλε στο μπαούλο του είδη πρώτης ανάγκης μόνο

εκείνα που θα του χρειάζονταν

που πίστευε πως θα του ήταν απαραίτητα

γι’ αυτό το μακρινό και άγνωστης διάρκειας ταξίδι.

 

Έβαλε ρούχα, μερικά βιβλία, σημειώσεις του,

τα όνειρα, τις έμμονες ιδέες και τα βάσανά του.

Έβαλε ακόμη μια φωτογραφία πρόσφατη

μήπως και το ταξίδι τον αλλάξει τόσο δραστικά

που δεν θ’ αναγνωρίζει πια τον εαυτό του,

τον εαυτό του που εγκατέλειπε

για ένα τόσο μακρινό και άγνωστης διάρκειας ταξίδι.

 

Ο νεκρός στρατιώτης

Μια ζωή γεμάτη αίμα έπεσε κοντά στο ρέμα
το ποτάμι μουρμουρούσε και πικρά μοιρολογούσε
πεταλούδες κατεβαίνουν με χρυσές κλωστές τον δένουν
την ψυχή του την κρατούνε και πικρά μοιρολογούνε

Ανθέ μου που μαράθηκες τα σπλάχνα μου τα μαύρισες
ονείρατα που έκανα κρυφά μου πνίγηκαν στα αίματα

Πόρτα άνοιξε στον ήλιο μπαίνει σε χρυσό βασίλειο
και η μάνα του λυγάει και πικρά μοιρολογάει
μια ζωή γεμάτη αίμα έπεσε κοντά στο ρέμα
το ποτάμι μουρμουρούσε και πικρά μοιρολογούσε

Ανθέ μου που μαράθηκες τα σπλάχνα μου τα μαύρισες
ονείρατα που έκανα κρυφά μου πνίγηκαν στα αίματα

 

Η ΧΑΝΟΥΜΙΣΣΑ ΠΑΧΙΡΕ

Καθώς ο ήλιος διαπερνούσε τα φύλλα της καρυδιάς και μετατόπιζε την καρδιά μας από το φως στο σκοτάδι και ξανά πίσω στο φως, ήταν η χανούμισσα Παχιρέ, που άνοιγε την ποδιά της και μας φίλευε με διάφανες, ολοπόρφυρες μαραπέλες.

Και πάλι, καθώς ο ήλιος φλόγιζε με του ονείρου την ολόφωτη ευωδιά τις τζιτζιφιές, τα γιασεμιά και τ’ αγιοκλήματα γύρω από το αλακάτι, ήταν η Παχιρέ με τα γλυκά στο χρώμα ώριμης ελιάς μάτια της που άνοιγε την καρδιά της, ίδιο κεχριμπαρένιο κυδώνι, και μοίραζε στα παιδιά μια σιγουριά από χρώματα, ήχους και μυρωδιές.

Ήταν η Παχιρέ, η γυναίκα του Σαλίχη του γκρινιάρη.

Η Παχιρέ αναλήφθηκε στους ουρανούς πάνω σε άσπρα φτερα περιστεριών.

Ήταν η ώρα που ο ήλιος πήγαινε να βασιλέψει και τα σύννεφα, ίδια με ροδοπέταλα, είχαν σκορπίσει στο βραδινό ουρανό που η Παχιρέ σαν μυρωδιά από την καρδιά κατάλευκου κρίνου πέταξε με αθέατα φτερά ανάμεσα σε σιντεφένια κελαηδητά.

Την ίδια ώρα, από την πλευρά της Χρυσοσπηλιώτισσας ένα αέρι εξαιρετικά απαλό μετάλλαζε τον πράσινο μαλαχίτη των περιβολιών σου, Δευτερά μου, σ’ ένα θαμπό και βαθύ αίσθημα κι άφηνε χαμηλές φωνές ονείρου στη γεμάτη ερωτηματικά παιδική ψυχή μας.

Τώρα που όλα τα πήρε ο μαύρος άνεμος και το ρυθμικό μεταλλικό νανούρισμα από το αλακάτι του Σαλίχη έγινε ήχος σκληρός, η χανούμισσα Παχιρέ ζωντανεύει ξανά για να γεμίζει την καρδιά μου με μια δροσερή μενεξεδιά ανάμνηση.

Και τη βλέπω να κατεβαίνει από τα γαλάζια περιβόλια τ΄ουρανού με την ποδιά γεμάτη ολοστρόγγυλους ζουμερούς αμέθυστους για να μοιράσει ξανά τους θησαυρούς της καρδιάς της.”

Από το έργο “Η δική μου Δευτερά ”