Ορίζοντας / Γραμμές

Αντρέας Νικολαΐδης

Ο Κρανιακός Ιππόκαμπος

Εκδόσεις Ίαμβος, 2019

 

Παρουσίαση:
Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου, 7:30 μ.μ. στα κεντρικά γραφεία της εφημερίδας Πολίτης.
Θα μιλήσουν: Αύρα Σιδηροπούλου και Χρίστος Χατζήπαπας.
Αποσπάσματα από το βιβλίο θα διαβάσει ο Ανδρέας Τσέλεπος. Στο βιολί ο Πέτρος Γιωρκάτζης. Την εκδήλωση συντονίζει ο Ανδρέας Γιώρτσιος

[…] Τα χρόνια ήρθαν και πέρασαν σαν αστραπή. Η εργασία στο ταχυδρομείο συνεχιζόταν. Φορτωμένος με την τύχη αλλά και την κατάρα ενός αγγελιαφόρου ανεχόταν την επαγγελματική του ιδιότητα. Το βάρος της τσάντας του, όμως, μεγάλωνε από το μαύρο του σημειωματάριο, που συνέχιζε ακόμα να κουβαλά μαζί του. Κατέγραφε πεισματικά ακόμα και ασήμαντες λεπτομέρειες που πιθανόν να φώτιζαν τα βραδινά μονοπάτια της συγγραφής του.

Άλλα γράμματα πήγαιναν, άλλα ερχόντουσαν και αυτός ήταν ένας μετακινούμενος διαμετακομιστικός σταθμός σκέψεων. Επιστολές, επιταγές, συμβόλαια, συμβόλαια αγάπης, μίσους και μισεμού ήταν το καθημερινό του φορτίο. Περπατώντας ατέλειωτα χιλιόμετρα κάθε μέρα, έμαθε κάθε γειτονιά, κάθε δρόμο, ανηφόρα ή κατηφόρα της πόλης. Όλα αποτελούσαν πρώτη ύλη για τον κρανιακό του ιππόκαμπο.

Πώς να ξεχάσει εκείνο το ζεστό, γεμάτο υγρασία πρωινό, που καθώς κατέβαινε ή ανέβαινε την ανηφόρα – ήταν τόσο δύσκολες οι συνθήκες που η κινησιολογική φορά δεν έπαιζε πλέον καμιά σημασία – βρέθηκε σε μια από τις πιο αμήχανες στιγμές του, σαν αιχμάλωτος μπροστά σε ένα στραβό εκτελεστικό απόσπασμα. Παρά τις δύσκολες ομολογουμένως συνθήκες περπατούσε με μια ευχάριστη διάθεση προς το σπίτι του κυρίου Μάρλοου. Ο κύριος Μάρλοου, ένας εβδομηνταεφτάχρονος βετεράνος πολλών μαχών ευτυχίας, έμενε μόνος, μάλλον εγκλωβισμένος, σε μια ήσυχη γειτονιά. Τα πράγματα, όπως του είχε αποκαλύψει, έγιναν ακόμα πιο ήσυχα για αυτόν με τον θάνατο της γυναίκας του, εφτά χρόνια πριν. Η καθιερωμένη μηνιαία επίσκεψη υπό την ταχυδρομική ιδιότητα στο σπίτι του κυρίου Μάρλοου φανέρωνε κάθε φορά την ανάγκη του οικοδεσπότη για συντροφιά. Καμιά φορά, ίσως τις περισσότερες φορές, οι άνθρωποι έχουν ανάγκη από κάποιον να τους ακούει. Αυτός ήταν ο ιδανικός άνθρωπος για να ακούει τον κύριο Μάρλοου. Είχε τόσα να του πει κάθε φορά στη σύντομη μηνιαία επίσκεψη. Δεν θα ήταν υπερβολή αν μεταφράζαμε αυτή την οικειότητα μεταξύ των δύο ως μια αληθινή φιλία.

Τώρα, όπως και τις άλλες φορές, κατευθυνόταν με ιδιαίτερη χαρά στον ξεχωριστό και ίσως μοναδικό του φίλο. Στα χέρια του κρατούσε τη μηνιαία επιταγή σύνταξης χηρείας του κυρίου Μάρλοου, γεγονός που χαροποιούσε αμοιβαία και τον παραλήπτη της.

Μέχρι τώρα, όμως, δεν κατάφερε να διαπιστώσει τους αληθινούς λόγους χαράς που κατάκλυζαν τον δικαιούχο της επιταγής. Δεν  κατάλαβε ποτέ αν η ευτυχία που ένιωθε κάθε φορά ήταν εξαιτίας της οικονομικής διάστασης της σύνταξης χηρείας ή της αντίστοιχης μνημονικής υπενθύμισης. Δεν του είχε πει ποτέ κάτι παραπάνω για τη σύζυγό του, την κυρία Μάρλοου, πέραν από την αναφορά του θανάτου και τη μανία της να αγοράζει μικρά αγάλματα νάνων. Όπως του εξομολογήθηκε ο ηλικιωμένος του φίλος, αυτή η σπάταλη συνήθεια της γυναίκας του τον εξόργιζε και δεν μπόρεσε να καταλάβει ποτέ τη χρήση ή αξία αυτών των μικροκαμωμένων ανθρώπινων ομοιωμάτων. Ωστόσο οι νάνοι για αυτόν ήταν ένα μυστήριο, μιας και δεν αντίκρισε ποτέ κανέναν, ούτε μέσα στην αυλή αλλά ούτε και μέσα στην ίδια την οικία του κυρίου Μάρλοου, όταν τον προσκαλούσε για μια μπίρα κάθε φορά που τον επισκεπτόταν. Όπως και να ’χει, φαίνεται ότι οι νάνοι εξαφανίστηκαν μαζί με την κυρία Μάρλοου.

Ο κύριος Μάρλοου, εφτά χρόνια από τότε που χήρεψε ή τον εγκατέλειψε η κυρία Μάρλοου, ζούσε μια περίοδο δεύτερης, μπορεί και τρίτης, νιότης. Δεν ήταν μια και δυο οι φορές που του εκμυστηρεύτηκε το κρυφό του φλερτ με τη νεαρή που ενοικίαζε το διπλανό σπίτι. Κάθε φορά που τον συναντούσε, ο κύριος Μάρλοου ήταν, για αυτόν τουλάχιστον, μια επιβεβαίωση ότι ο άνθρωπος δεν σταματά να ερωτεύεται. Όπως του είπε, η νεαρή, φοιτήτρια ίσως, μετακόμισε δίπλα του τον τελευταίο περίπου χρόνο. Γεμάτος ευχάριστη αγωνία του εξιστορούσε την απροσδιόριστη επιμονή της να κρεμάει, σχεδόν επιδεικτικά, την μπουγάδα της μέσα στη νύχτα. Όσες φορές τον επισκέφτηκε για να του παραδώσει την επιταγή, άλλες τόσες του αφηγήθηκε ξανά και ξανά κάθε συναπάντημα με τη νεαρή γειτόνισσα. Ο κύριος Μάρλοου μετρούσε τρεις χαμογελαστές καληνύχτες που του χάρισε την ώρα που άπλωνε την μπουγάδα και τίναζε τα μαύρα της μαλλιά. «Μαύρα μακριά μαλλιά μέχρι τη μέση της παιδί μου, καταλαβαίνεις; και τα στήθια της, τα στήθια της, θεέ…». Σταματούσε και άφηνε την περιγραφή του μέχρι εκεί με μια αίσθηση αδυναμίας. Αυτή την αδυναμία που σου παραλύει το κορμί και σίγουρα όλοι οι θεοί, ακόμα και αυτός του έρωτα, δεν μπορούσαν να τον βοηθήσουν, ίσως και από ζήλια…

(Απόσπασμα)