Γιώργος Χριστοδουλίδης

ΜΥΣΤΙΚΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Εκδόσεις Κύμα, 2019

Η παρουσίαση της ποιητικής συλλογής θα γίνει την Τετάρτη, 18 Σεπτεμβρίου και ώρα 7:30μμ στην Αίθουσα Καστελλιώτισσα, στη Λευκωσία.

Για το βιβλίο θα μιλήσουν:
Λεωνίδας Γαλάζης, Ποιητής,

Αντωνίνη Σμυρίλλη, Ποιήτρια
Παναγιώτης Νικολαϊδης, Ποιητής, Κριτικός Λογοτεχνίας

 

Μεγάλη Παρασκευή

Πρόβαλε την ώρα της περιφοράς

πίσω από τον φράχτη

η κυρία Κούλα η ογδοντάχρονη

– ελάτε, ελάτε να σας φιλέψω φρεσκοκομμένα μέσπιλα

για τα παιδιά να φάνε

η κυρία Κούλα

η κουτσή, η κουφή

η τυφλή, η πεθαμένη

με τα μέσπιλα

τα χρόνια-βουνά

και το λευκό της μαντήλι

που κάποτε ανέμιζε

στον άνεμο.

 

Νόημα

Καθ’ οδόν προς την Πάτρα

ο λεωφορειατζής άκουγε βουερά τραγούδια

στίχοι χωρίς νόημα

μουσική χωρίς νόημα

ρεφρέν χωρίς νόημα

κι έλεγε ο λεωφορειατζής

η ζωή είναι δρόμος

η ζωή είναι τιμόνι

ένα παρκάρισμα

μια ταβέρνα

ένα λαγούμι κρασί

με τα παρελκόμενα

έτσι βγάζει νόημα

κι αυτή η σκέψη

τον καθησύχαζε

τον ηρεμούσε

και σταθερά απέτρεπε

τυχόν πανικούς

ότι κάπου αλλού

σε κάτι άλλο

μπορεί

να υπάρχει νόημα.

 

Η τελετή

Προδομένοι από παντού

κρατώντας με ραγισμένα δάκτυλα

κιτρινισμένες φωτογραφίες αγαπημένων

σέρνονται σαν κάμπιες σε αχειροποίητους δρόμους

τα χέρια τους αδυνατούν πια να τις προτάξουν

τις πιέζουν στο στήθος όσο μπορούνε

για να μην πέσουν

μεσόδρομα όλοι αυτοί κάπου συναντιούνται

μια τελετή πρόκειται να γίνει

το αγόρι δίνει τη φωτογραφία του στον πατέρα

το κορίτσι τη δική του στη μητέρα

το βρέφος στον θείο που μέσα στην αναμπουμπούλα

το είχε τραβήξει από τη φωτιά

αλλά μετά το βρέφος εγλίστρησε κι εχάθη.

Παιδιά, γονείς και συγγενείς λοιποί

άλλοι πηδάνε από τα κάδρα

κι άλλοι τα στελεχώνουν

όσοι ήτανε πριν φωτογραφίες

κρατούνε τώρα τις φωτογραφίες

εκείνων που τους έψαχναν

εμφανίζονται σαν άνθρωποι κανονικοί

που επέστρεψαν κι αναζητούν

μα δεν βρίσκουν

τους δικούς τους.

 

Το φανάρι

Τα ποιήματά μου γράφονται

μετά από πολλές ανεπιτυχείς απόπειρες.

Απόπειρες εξαντλητικές και ατελέσφορες.

Περπατώ σε ένα πανάρχαιο δρόμο

ένα δρόμο θεοσκότεινο.

Ξαφνικά ένα τεράστιο φανάρι τον φωταγωγεί.

 

Και τότε βλέπω καθαρά

το σκοτάδι.

 

Αναπάντεχο 

Είναι τρεις το πρωί

κι εσύ κοιμάσαι.

Ένας άστεγος

ένα χαμίνι

ψάχνει να πατήσει το κουμπί του κουδουνιού σου

δεν το βρίσκει, τα βρώμικα χέρια του

γλιστρούν στους τοίχους του σκοταδιού

μια γλάστρα σπάζει

ο τροφαντός σου γάτος νιαουρίζει

ο σκύλος σου με την τεράστια γλώσσα του

γαβγίζει

κάποιοι ρίχνουν τα ζάρια

αλλά πέφτουν στο εσωτερικό του φρεατίου

ο νόμος των πιθανοτήτων καταργείται

οι κατσαρίδες ποδοβολούν

ξυπνάς

θα κατέβεις να του ανοίξεις

να δεις τι συμβαίνει;

Έλα πες μου

θα κατέβεις

σκίζοντας το ύφασμα

του μαλακού σου ύπνου;

Εγώ φίλε δεν ξέρω

μάλλον ναι

αλλά ίσως και όχι

αν προσποιηθώ

ότι είμαι σε βαθύ ύπνο

ότι είμαι

πολύ κουρασμένος.