Γραμμές/ Ορίζοντας

Γιώργος Παπακωνσταντίνου

Ημιτελές.

(διηγήματα)

Εκδόσεις Αλμύρα, 2021

 

Χαλάσματα

…   Η Λάια ξύπνησε με τραγούδι στα χείλη, έτρεξε στο εργαστήρι πήρε την οινοχόηκαι βάδιζε με ταχύ ρυθμό σχεδόν σαν χοροπηδητό για το σπίτι. Θα έκοβε λαχανικά από το περιβόλι τους, θα ετοίμαζε ένα δείπνο, θα γέμιζε την οινοχόηκαι θα χάριζε τον έρωτά της στον Αλ Σαΐφ.

Οι σειρήνες του πολέμου διέκοψαν βίαια τη φαντασία και το τραγούδι της. Τα μάτια της γέμισαν φόβο. Το βήμα της μεγάλωσε. Η φωνή της, από τραγούδι έγινε θρήνος. Βόμβες άρχισαν να πέφτουν μακριά στον ορίζοντα. Σύννεφα σκόνης έδειχναν πού ήταν η πρώτη μάχη. «Αλ Σαΐφ. Αλ Σαΐφ», άρχισε να ψελλίζει και μετά να φωνάζει, να ουρλιάζει καθώς πλησίαζε στο σπίτι. Ο Αλ Σαΐφ την άρπαξε από πίσω. Στο χέρι του είχε ήδη έτοιμη μια τσάντα.

Αλ Σαΐφ – Τρέξε. Τρέξε και μην αφήσεις το χέρι μου. Μας περιμένουν στο ύψωμα, στον ναό των αρχαίων θεών.

Λάια – Τι γίνεται; Ποιοι είναι; Τι θέλουνε από εμάς;

Δεν πρόλαβε να ακούσει απάντηση, της έπιασε το χέρι, και άρχισαν να τρέχουν χωρίς σταματημό. Η Λάια δεν άφηνε από τα χέρια της το αγγείο. Ήταν το αγέννητο παιδί τους, ήταν ο έρωτας που κοβότανε στα δύο από το μίσος των ανθρώπων, ήτανε τα ανοιξιάτικα άνθη που τα έπνιγε η μπόρα. Ήταν η ειρήνη τους που την σκότωνε ο πόλεμος.

Έφτασαν δίπλα στον ναό με μια κοινή ελπίδα. Να προλάβουνε όλοι να μπουν στις βάρκες που βρίσκονταν στο λιμάνι. Μετέωροι, περίμεναν να έρθει η σειρά τους. Όλοι, πανικόβλητοι, έσπρωχναν να μπούνε στις βάρκες και να φύγουν. Ο Καρίμ, ο μεγαλύτερος και σοφότερος της πόλης έστρεψε το βλέμμα στον Αλ Σαΐφ.

Καρίμ – Δεν θα μας χωρέσει όλους. Θα πρέπει κάποιοι από εμάς να μείνουνε πίσω.

Λάια – Αλ Σαΐφ, δεν ανεβαίνω στη βάρκα χωρίς εσένα.

Καρίμ – Λάια, κόρη μου αγαπημένη, πήγαινε και θα στον φέρω εγώ με ασφάλεια.

Ο Αλ Σαΐφ κοιτάζοντας τον Καπετάν Γιόζεφ, παιδικό του φίλο από τη γειτονιά, του έκανε νεύμα προς τη Λάια. Έγειρε, την έσφιξε στην αγκαλιά του προσπαθώντας να την καθησυχάσει. Την φίλησε στο μέτωπο απαλά.

– Γιόζεφ, να την προσέχεις, θα έρθω να σας βρω.

Πριν προλάβει να αντιδράσει η Λάια, της άρπαξε το αγγείο, της έχωσε την τσάντα στην αγκαλιά και την έσπρωξε στα χέρια του καπετάνιου. Ο γέρο-Καρίμ τον έπιασε από το μπράτσο για να του συμπαρασταθεί. Να περπατήσουνε μαζί. Δεν θα έφευγε. Εδώ γεννήθηκε. Δεν είχε άλλες ρίζες για να ριζώσει σε άλλη γη. Γέρασαν οι δικές του, θα έμενε.  …   (απόσπασμα)

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.