Γραμμές/ Ορίζοντας

Κυριάκος Αναγιωτός

Ιπποστάσιο

Λεμεσός 2020

 

Ιπποστάσιο

Το σπίτι πήρε μιαν παράξενη κλίση.

Υπόνοιες για αστοχίες

στη θεμελίωση και στην ανωδομή

είχαν αποκλεισθεί.

 

Οι ολονυκτίες

οι περισχοινισμοί

και οι πίτες του Αγίου Φανουρίου

δεν το παλινόρθωσαν.

 

Μ’ ένα τελευταίο τσιγάρο αποχαιρέτησα

το καχεκτικό γεράνι

και την ολόδροση φτέρη

του βορεινού μπαλκονιού.

 

Δεν έψαξα για σπίτι

αλλά για ιπποστάσιο

στις παρυφές της πόλης.

 

Επειγόντως έπρεπε να στεγάσω

τα τρία μου άτια.

 

Το ευσταλές

με το γενναίο βλέμμα

που μαζί διαβήκαμε

σήραγγες και δύσβατα πεδία.

Το φτερωτό

με τον λευκό καλπασμό

που για λίγο με ανύψωνε

από το καθημαγμένο μου σαρκίο.

Το τρίτο, το ξύλινο

με την κρύπτη

που μόλις και με χωρούσε

με αυτό που πάσχιζα

να δραπετεύσω από μιαν ρωγμή

του καταθλιπτικού τείχους

 

Νυκτερινό

Διακηρύξεις που τεμαχίζουν τη γλώσσα.

Σιωπή που τρυπά τα τύμπανα.

Η μάχη μακρά όσο και η νύκτα.

Μονότονα στο κρανίο κουδουνίζει το βόλι.

Ίχνη αίματος δεν εντοπίστηκαν μήτε τραύμα

γι’ αυτό βιαστικά έφυγε

το ασθενοφόρο με τους τραυματιοφορείς.

 

Ο ξεκούρδιστος κόκορας φλυαρεί πάλι

έξω απ’ το παράθυρό μου.

 

Το βουβό δάσος

Να ζεσταθεί μονάχα ήθελε

κάπου ν’ απλώσει τα

μαργωμένα του άκρα.

 

Λίγα φρύγανα κι αποκλάδια μάζωξε πρώτα

μετά χοντρόκλαρα και κούτσουρα

σκλήθρα και δέντρα κατόπιν.

 

Το δάσος ολάκερο.

Τώρα επηρμένος εκφωνεί

λόγους πύρινους

σε κρανίου τόπο.

 

Η κασέλα

Η εξόδιος ακολουθία βρισκόταν σε εξέλιξη

έμφορτο θλίψης το εκκλησίασμα

και οι επίσημοι έμπλεοι υπερηφάνειας

όταν αθόρυβα άνοιξε η κασέλα.

 

Αδιόρατος στάθηκε

μπροστά στο ασπρόμαυρο πορτρέτο.

Εφάρμοσε προσεκτικά το μετωπικό του οστούν

κάτω απ’ τον μπερέ με το εθνόσημο

τη γνάθο πάνω απ’ το μεταξωτό φουλάρι

έσιαξε το χνουδωτό μουστάκι

με τ’ απομεινάρι του δεξιού δείκτη.

Τέλος, αφού κρέμασε στον λαιμό

το σταυρουδάκι με το μονόγραμμά του

έτρεξε περιχαρής στο διοικητήριο

για τη δεκαήμερή του άδεια.

 

Την επαύριον θα λογιαζόταν

με την καλή του.

 

Η κλωστή

Εκείνο το ξέφτι στο στρίφωμα

της μεταξένιας σου νυκτικιάς

εκείνη η αδιόρατη κλωστή

που μου χάιδευε τα πέλματα

κι εγώ μακαρίως ονειρευόμουν

είχε σιδερένια δόντια.

Αφού κατέφαγε

τα λινά σεντόνια

την ξύλινη κλίνη

και το τρεμάμενο φως των κεριών

μετά κατασπάραξε κι εμένα.

 

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.