Γραμμές/ Ορίζοντας

Λεύκιος Ζαφειρίου

(1948-2022)

 

15.7.1974

Οι νεκροί βρωμούσαν από `να

μίλι μακριά, ήταν ανελέητο

το τελευταίο καλοκαίρι —

τρυπούσε τους ίσκιους των δέντρων

τις στέγες των σπιτιών.

Φριχτό καλοκαίρι για τους ανθρώπους

μπάσαν τους νεκρούς απ’ την πίσω

πόρτα στον Άη Γιάννη,

δεν τους χωρούσαν, λέει, τα φέρετρα.

Κι ο πιτσιρικάς —πήχτρα το αίμα

στα ρούχα του- άνοιγε λάκκους,

τον χτυπούσε ο ήλιος ανελέητα

στους κροτάφους στη μνήμη

βαθιά ως το μέλλον.

 

Τον ήξερες αλλιώτικα

τον κυπριώτικο ήλιο

θεία Μαρίνα την αυγή

με τα περιστέρια στους ώμους.

 

Susan Fortune Ridout

Τα γράμματα της ανεπίδοτα
έρχονται από το κεντρικό Λονδίνο —
χωρίς παραλήπτη
διασχίζουν τη Μεσόγειο
και φτάνουν στο ιόνιο κύμα
ο ταχυδρομικός διανομέας
σφραγίζει τους φακέλους και σημειώνει:
“Επιστρέφονται, ανύπαρκτη διεύθυνση·
άγνωστο πρόσωπο”.
Μετακομίζει από το Λονδίνο
στο Μπράιτον
χωρίς να μάθει ποτέ
ότι ο Calbo ονομάζεται πια Kalvo
και στην αιωνιότητα Ανδρέας Κάλβος

 

«Δήλωση της μάνας του Γρηγόρη Αυξεντίου λίγο πριν πεθάνει ή ωδικά πτηνά υπερίπτανται της Αθήνας»

Στη μνήμη του Γιώργου Τσικουρή

Δηλώνω υπεύθυνα

πως για το δικό μου χάλι

ευθύνομαι μόνη εγώ

η μαραζωμένη Αντωνού Πιερή Αυξεντίου.

Σε λιβάδια άνυδρα

η απόγνωσή μου σε αόμματης

εποχής εικοσιτετράωρα λάμπει.

 

Παλιότερα

ο χρόνος σε μυρωμένα γιασεμιά

εκάθετουν και τώρα εννόησα

τι φρίκη ανάγλυφη κουρνιάζει

μέσα μου

καθότι φθόγγοι ξεκολλάνε

από τη γλώσσα μου

Αμμόχωστος

Κερύνεια

Πενταδάκτυλος

 

Περιστερώνα

Μια Μηλιά

Κυθρέα.

 

Τι κοτσύφια παρδαλά

μου λέτε πως περνάνε πάνω

απ’ την Αθήνα;

 

Βουλιάζει ο τόπος.

22.6.1983

 

Ανάμνηση

«Μάνα!» φώναξα
κι ευθύς ακούστηκε μέσα μου υπόκωφα
εκείνος ο ήχος απ’ το φιτίλι της λάμπας
στο κομοδίνο επάνω’
και το πρόσωπό της (από τη μια μεριά
φωτισμένο) έδειχνε
τις καταιγίδες που την τσάκισαν.

 

Η θλίψη του απογεύματος

                                              Στον Λευτέρη Παπαλεοντίου

Είναι το ρημαγμένο Δημοτικό Σχολείο

στην Αγία Τριάδα

με τις ετοιμόρροπες αίθουσες διδασκαλίας

 

είναι οι άδειοι μαυροπίνακες

και το πέτρινο σιντριβάνι

χωρίς νερό

στην αυλή του˙

 

μόνο ο μικρός ποδηλάτης

ανεβαίνει

στους έρημους δρόμους

πατώντας τα πετάλια του χρόνου

μέσα στη θλίψη του απογεύματος –

 

πλάι στις ξύλινες αγελάδες

που κρύβουν το ψηφιδωτό δάπεδο

με τα γεωμετρικά σχήματα

και τ’ άνθη από υακίνθους

 

κανείς δεν το βλέπει

έτσι που ανεβοκατεβαίνει μέσα στους έρημους δρόμους

το παιδί με ξανθά μαλλιά

που τ’ ανεμίζει

ένας θλιβερός άνεμος

21.1.2005

 

Στο γκρίζο φως

Ο θρυμματισμένος κόσμος
της Κύπρου
κι οι τελευταίες λέξεις
του Τσέζαρε Παβέζε
«δεν θα ξαναγράψω πια»

Στη Σαλαμίνα και στην Έγκωμη
η κατάστικτη σελήνη
μέσα στην παγωμένη νύχτα’

ανασαίνουμε το σκοτεινό
ρίγος της άνοιξης

11.12.2004

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.