Ορίζοντας/ Γραμμές

 

[φυσορρόος, λέξη συνθηματική, που λέγεται από γητευτή για να διώξει κάποιο κακό (από το φυσώ+ρέω)].

 

 

Νίκος Νικολάου- Χατζημιχαήλ

Φυσορρόος, (Διηγήματα)

Εκδόσεις Βακχικόν 2019

 

Γράμμα από την Νέα Υόρκη

Νέα Υόρκη, 10 Σεπτεμβρίου 2001

 

Αγαπημένε μου εγγονέ,

Μαζί με το γράμμα που στέλνω για τον μπαμπά και τη μαμά σου, εσωκλείω για σένα αυτή την καρτ ποστάλ της Νέας Υόρκης, στην οποία απεικονίζονται τα ψηλότερα κτήρια του κόσμου. Είναι μισό μίλι ύψος κι εγώ τα επισκέφτηκα σήμερα! Όταν αντίκρισα την Νέα Υόρκη από τόσο ψηλά με κατέλαβε δέος. Όλα είναι μεγάλα εδώ, αλλά δεν μπορείς να φανταστείς πόσο τεράστιοι είναι αυτοί οι δίδυμοι πύργοι∙ είναι πραγ-ματικά κολοσσιαίοι. Οι άνθρωποι που περπατούν τριγύρω φαίνονται πιο μικροί κι από μυρμήγκια. Έτσι ένιωσα κι εγώ, σαν ένα μικρό, ανύπαρκτο μυρμηγκάκι.

Εδώ χτυπά η καρδιά της χώρας. Μεγάλη χώρα η Αμερική, ελεύθερη, ατρόμητη, αήττητη, και κανένας δεν μπορεί να την αγγίξει, να της κάνει το παραμικρό κακό. Αν ξαναγυρίσουν στον κόσμο, οι Θεοί της αρχαίας Ελλάδας, δεν ξέρω αν θα κατοικήσουν εδώ, φαίνεται όμως, πως ο δικός τους Θεός κατοικεί εδώ. Και τους προστατεύει.

Ήθελα να σου πω να είσαι καλός μαθητής για να προοδεύσεις, και να μπορέσεις μια μέρα να έρθεις κι εσύ εδώ για να θαυμάσεις, αλλά μετάνιωσα. Μετάνιωσα, γιατί μπαίνοντας σ’ ένα μικρό και ταπεινό εκκλησάκι που είναι εκεί δίπλα, ένιωσα να γαληνεύω μέσα μου. Από μυρμηγκάκι έγινα ξανά άνθρωπος κι η ψυχή μου ηρέμησε. Άναψα ένα κεράκι και έκανα την ευχή μου: να είσαι πάντα καλά, να είσαι πάντα καλός μαθητής, να προοδεύσεις στη ζωή σου, μα, το κυριότερο, να παραμείνεις παντοτινά Άνθρωπος.

Σε φιλώ, ο παππούς σου

[Το μικρό διήγημα «Γράμμα από τη Νέα Υόρκη» συμμετείχε στο αφιέρωμα με θέμα το Σημείο Μηδέν –15 χρόνια από το πρώτο μείζον γεγονός του 21ου αιώνα, το πλήγμα της ισλαμιστικής τρομοκρατίας, στην καρδιά της Αμερικής, στο Μανχάτταν, μετά από πρόσκληση του BooksJournal και του ιστολογίου Πλανόδιον – Ιστορίες Μπονζάι]

 

Πέρα Βρέχει!

Ο ουρανός είναι βαρύς. Βρέχει συνέχεια. Βρέχει εδώ και μήνες σχεδόν κάθε μέρα. Είναι, λένε, από τους πιο βροχερούς χειμώνες του αιώνα. Είναι απόγευμα, τρεις παρά τέταρτο και βρίσκομαι στο «Presse café» της γειτονιάς μου, στη Λευκωσία. Παίρνω μια εφημερίδα και βγαίνω έξω στο μέρος που είναι καλυμμένο μόνο με τέντες και πλαστικά διαφανή παράθυρα. Μου αρέσει να ακούω τη βροχή. Δεν έχω παραγγείλει κάτι γιατί περιμένω έναν φίλο που μόλις έχει φτάσει από την Αθήνα με το βιβλίο που του ζήτησα και που είχε την ευγενή καλοσύνη να μου φέρει. Κάθομαι σε μια γωνιά και σαρώνω με τη ματιά μου για αναγνώριση του χώρου ό,τι βρίσκεται στο οπτικό μου πεδίο. Στο τραπεζάκι δυο μέτρα μπροστά μου προς τα αριστερά είναι ένας νεαρός με σκουλαρίκι, απορροφημένος στην οθόνη του κινητού του. Είναι κουρεμένος γουλί εκτός από μια φούντα στην κορυφή του κεφαλιού του, που συγκρατείται όρθια με ένα λαστιχένιο πιαστράκι. Έχει μια ελιά πάνω από το αριστερό του φρύδι. Είναι ακίνητος, με τη ματιά του καρφωμένη πάντα στο ίδιο σημείο, μαρμαρωμένος πες. Κινείται μόνο ο αντίχειρας του δεξιού του χεριού που κρατάει το κινητό. Απέναντί του κάθεται μια μαυροφορεμένη. Δεν μπορώ να δω το πρόσωπό της γιατί έχει γυρισμένη την πλάτη της. Πού και πού γυρίζει το κεφάλι της λίγο προς τα δεξιά μα δεν μπορώ να προσδιορίσω την ηλικία της, θά ΄λεγα όμως, πως πρέπει να είναι γιαγιά του. Δεν μιλάνε. Κάθε τόσο απολαμβάνει μια γουλιά απ’ τον καφέ που έχει μπροστά της, φέρνοντας με αργή κίνηση του χεριού, το μικρό φλιτζανάκι που αχνίζει, προς τα χείλη της. Σε κάποια στιγμή σηκώνεται. Με μικρά βήματα προχωρεί προς το θαμπό πλαστικό παράθυρο. Προσπαθεί, νομίζω, να δει στο βάθος ανάμεσα από μια σειρά πανύψηλα κυπαρίσσια ανασηκώνοντας το σώμα της στις μύτες των ποδιών της. Πίσω και πάνω από τα κυπαρίσσια ο ουρανός είναι κατάμαυρος. Βρέχει συνέχεια. Ο νεαρός ούτε που άλλαξε θέση. Αυτή κοιτάζει για λίγο ακόμα κι ύστερα στρέφεται για να επιστρέψει στη θέση της. Τότε αποκαλύπτεται το πρόσωπό της και βλέπω την αριστερή του πλευρά: έχει μια ελιά πάνω από το αριστερό της φρύδι. Πρέπει να είναι γιαγιά του. Κάθεται στη θέση της. Κοιτάει ξανά μέσα από το πλαστικό παράθυρο τη μαυρίλα πίσω από τα κυπαρίσσια και λέει: «στην Κερύνεια βρέχει». Ο νεαρός εξακολουθεί να κοιτάζει στο κινητό του στην ίδια πάντα στάση και η μοναδική κίνηση που κάνει προέρχεται από τον δεξιό του αντίχειρα καθώς τον μετακινεί επάνω στην οθόνη του έξυπνου τηλεφώνου του. Η γυναίκα επαναλαμβάνει σε λίγο πιο δυνατά: «στην Κερύνεια βρέχει πολύ∙ στην Κερύνεια πρέπει να βρέχει πολύ».

Ύστερα στερέωσε τον αγκώνα του χεριού της στον καρπό του άλλου, που το έφερε έτσι ώστε να ακουμπά το σώμα της κάτω απ’ τους μαστούς, έκλεισε τα μάτια κι άφησε το κεφάλι της να πέσει στην ανοικτή της παλάμη, με τον αντίχειρα και τον δείχτη να κρατάει τους κροτάφους της.

 

Η πόλη όλη 

…Όσοι επισκέπτονται τώρα την πόλη, πηγαί­νουν μέχρι το συρματόπλεγμα και καρφώνο­νται εκεί για πολλή ώρα σιωπηλοί, με τα μάτια δα­κρυσμένα, ακούνε το κύμα που δεν ησυ­χάζει ποτέ, σκάει στην αμμουδιά ασταμάτητα και είναι το μόνο πράγμα που δεν έχει αλλάξει από τότε σε τίποτε, αναπολούν τις ευτυχισμέ­νες στιγμές που έζησαν σ’αυτή την υπέροχη πόλη, βάζουν το χέρι στο μέτωπο αντήλιο ή παίρ­νουν τα κιάλια και προσηλώνονται σε κά­ποιο σημείο, τεντώνουν το χέρι, δείχνουν κάτι στον διπλανό τους, γιατί όπου και να κοιτά­ξουν, όλο και κάτι θα δουν που να συνδέεται με τη ζωή που έζησαν εδώ, και επαναλαμβάνουν ψιθυριστά την ίδια δισύλλαβη λέξη: «γιατί;».

Πολλοί μαρτυρούν με έκπληξη ότι κάθε φορά που πηγαί­νουν, βλέπουν ένα παράξενο πουλί να τρι­γυρνά εκεί κοντά∙ είναι το πουλί που «δεν πε­θαίνει ποτέ», το βλέπουν να κάθεται επάνω στα θλιβερά και ανατριχιαστικά συρματοπλέγ­ματα και να επαναλαμβάνει δυ­νατά μια και μοναδική φράση: «την πόλη έκτισε ο Τεύκροοοος ο γιος του Τελαμώναααα ο Τεύκροοοοοοος…».

Ύστερα χάνεται μέσα στην γκρίζα θολούρα της βουβής πόλης κι ακούγεται μόνο το γοερό κι ασταμάτητο βογγητό της θάλασσας.

[απόσπασμα από το διήγημα Η πόλη όλη, για την Αμμόχωστο, την πόλη φάντασμα]