Γραμμές /Ορίζοντας

Παναγιώτης Νικολαΐδης

Ριμαχό

Εκδόσεις Σμίλη, 2022

 

Ο Ριμαχό στο ματς

Τώρα τι θέλεις να Σου πω;

Ότι τα πάντα εν σοφία εποίησας;

Έστρωσες τόσο γαλάζιο

κι όμως ο θάνατος

σκοράρει πάντα στην ίδια εστία

 

αμαρκάριστος.

 

Οι κκιοφτέδες του Ριμαχό

Είμαι μιτσής

τζ̆αι κάθομαι μαζίν με την αρφήν μου

στα σκαλιά της κουζίνας.

Η μάνα μου

τηανίζει μέσα κκιοφτέδες

τζ̆αι μόλις βκάλλει την πρώτην τηανιάν

φέρνει μας λλίους έξω

σε μια κουππούαν πλαστικήν

τζ̆ι εγώ που είμαι λείξης

τζ̆ι εν αντέχω ποττέ

να κρατηθώ που το φαίν

ακκάνω έναν κκιοφτέν

τζ̆ι ευτύς κρούζει

ούλλον το στόμαν μου

τζ̆αι ποφυσώ τζ̆αι ποφυσώ

τζ̆ι όπως φυσώ

θωρώ το φως στον ουρανόν

που γίνεται σιγά σιγά κροκότσ̆ινον

τζ̆αι τον ήλιον να γέρνει

τζ̆αι να φεύκει κουρασμένος

να πάει τζ̆αι τζ̆είνος ο φτωχός

να ππέσει έσσω του

με τον τζ̆ύρην του τζ̆αι την μάναν του

γιατί όπως λαλέι

τζ̆αι η στετέ μου η Κατσαρού

που την ωραίαν Ακαθθούν

που ήρτεν πρόσφυγας

εις το Καϊμακλίν το ‘74

μόνον άμαν τζ̆οιμούμαι

έσσω μου

η νύχτα σταματἀ

μπροστά στην πόρτα του σπιθκιού

τζ̆αι μόνον τότε πνάζω.

 

Γράμματα στη Ριμαχόνα

ΙΙΙ

Έχεις τη γεύση τσακισμένων λουλουδιών

και μια κορδέλα κατακόκκινη.

Όμως απόψε θέλω λίγο χρόνο.

Μόλις πριν λίγο διέσχιζες σαν ελάφι

μια βομβαρδισμένη πόλη

σφίγγοντας μες στ’ αγκάλια σου

ένα μωρό.

Και τότε σκίστηκε το σελοφάν της μνήμης

και χύθηκε έξω όλος ο χρόνος

αφού το παγωμένο βρέφος στην οθόνη

ήμουν εγώ

και με κοιτούσα φοβισμένο απ’ το μέλλον

σαν μια ψηφιακή φωτογραφία

μες στο αιώνιο φονικό.

Αγαπημένη,

όταν σου γράφω απ’ τις σκαλωσιές

των στίχων

σου γράφω μέσα από ένα φθαρτό σώμα

που προσπαθεί να παραμένει

όπως είναι

όπως ένα κομμάτι σίδερο

σιγά σιγά σκουριάζει

μα στην πραγματικότητα

γίνεται βαρύτερο.

 

Στο περβόλιν

                     στον τατά μου

Είμαι καλά.

Είμαι καλά.

Μια χαρά.

Τρία ολόκληρα χρόνια

χαμογελούσες προς τα μέσα

χωρίς ουτ’ ένα.

Παναΐα μου.

 

Λίγες μέρες μετά το Πάσχα

σε θάψαμε στο περβόλιν σου

κάτω που κάτι κκεραζιές.

Κι είπα εικών ειμί.

Χώμαν

και φρούτα

και πουλιά

και σιωπή

και λέξεις.

 

Ο Ριμαχό στο κομμωτήριο

Όχι, λεγόταν Ελένη

(δεν ήταν ψευδώνυμο)

κι ήταν ογδόντα ετών.

Στην αρχή με κοιτούσε

μ’ ένα ελάφι πληγωμένο

στα μάτια.

Σαν τα νιάτα εν έσ̆ει γιε μου

λαλεί μου

χωρίς να ξέρει τι να κάνει

τα χέρια να μην τρέμουν

όταν ήμουν τριάντα χρονών

ήμουν τζ̆ι εγώ

ντυμένη στα κότσ̆ινα.

Κι ύστερα μου ’πε

για τον πέτρινο άγγελο

και για τα νιάτα τους

γεμάτα σπουργίτια

και άνθη μηλιάς.

Και με κοιτούσε στα μάτια

σαν τότε

μ’ αυτό που έχουμε μέσα μας

και κανείς δεν βλέπει

όπως τη σιωπή

που υπάρχει σε κάθε μουσική

και την ακούς

σιγά-σιγά

κι όλο βαθύτερα.

 

Άμμος

           στον πατέρα μου

Που τον τζ̆αιρόν

π’ ανοίξασιν τα οδοφράγματα

εν ήθελεν να πάει.

Εν ημπορώ να δω

την πόλην μου κλειστήν

την θάλασσαν του Βαρωσιού βουβήν

το σπίτιν π’ αναγιώθηκα θολόν

ποπίσω που τα ττέλια.

Μπορεί να πω τζ̆αι τίποτες

τζ̆αι να με βάλουν μέσα

στο τζ̆ελλίν·

αλλάξετε κουβένταν.

Εστάθηκεν λοιπόν αδύνατον.

Την πρώτην φοράν που πήα

κατεχόμενα

έβαλα άμμον γρουσήν

του Βαρωσιού

σ’ έναν σακκούλλιν τυλιμένην.

Έπκιαν την με τα δκυο του

(όπως το μωρόν)

τζ̆ι εφύλαξεν την μέσα

στο συρτάριν.

Άξυππα

τα μακρά εγίνασιν κοντά

τζ̆ι αννοίξαν το Βαρώσιν

με το έτσι θέλω.

Εν άντεξεν δεύτερην φοράν.

Ηύρα τον μέραν μεσομέριν

με τα μμάθκια ανοιχτά

γεμάτα άμμον.

Ακολουθήστε μας στο Google News.
Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.