Πάνος Βασιλείου

Έχω 33 στιγμές να ζήσω

Εκδόσεις Αρμίδα, 2019  

Παρουσίαση του βιβλίου

Κυριακή 22 Σεπτεμβρίου,

μεταξύ 20:00-21:00

ΤΕ.ΠΑ.Κ., Αμφιθέατρο 1, κτίριο Τάσσος Παπαδόπουλος, Λεμεσόσ.

 

Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι: Παντελής Παντελή (κλινικός ψυχολόγος, ψυχαναλυτικός ψυχοθεραπευτής) και Πάνος Αγαπητός (ιστορικός, εκπαιδευτής ενηλίκων, μέλος κυπριακής σημειωτικής εταιρίας) ενώ αποσπάσματα θα διαβάσει η ηθοποιός Έλενα Χειλέτη

(απόσπασμα από το μυθιστόρημα)

[…] Το παλιό νεκροταφείο της Λεμεσού. Το νεκροταφείο του Άι-Νικόλα, προστάτη των ναυτικών και των φτωχών και, ίσως, προστάτη των φιλοθάνατων σαν και του λόγου μου. Στάθμευσα τη μηχανή στα σκοτεινά, μακριά από τη φωτισμένη είσοδο του νεκροταφείου. Πετάχτηκα τον τοίχο. Η ώρα ήταν μία πρωινή. Νεκροταφειακή ησυχία. Το νεκροταφείο είχε τη γνώριμη νυχτερινή όψη. Οι σκιές των κυπαρισσιών έπεφταν ολόγυρα, τα καντήλια των τάφων τρεμόπαιζαν, τα μνήματα παρέμεναν μνήματα, μακριά από τους ζωντανούς, αναμένοντάς τους.

Η θεωρία του χάους, η σύγχρονη θεωρία, αυτή που απασχολεί τα μεγάλα μυαλά της εποχής μας, μελετά τη συμπεριφορά μη γραμμικών δυναμικών συστημάτων που είναι ιδιαίτερα ευαίσθητα στις αρχικές συνθήκες. Αυτή η ιδιαίτερη ευαισθησία μπορεί να οδηγήσει σε πολύ διαφορετικά αποτελέσματα, καθιστώντας τη μακροπρόθεσμη πρόβλεψη των δυναμικών συστημάτων αδύνατη. Έτσι, παρόλο που αυτά τα συστήματα είναι αιτιοκρατικά, πράγμα που σημαίνει ότι η μελλοντική συμπεριφορά τους καθορίζεται πλήρως από τις αρχικές συνθήκες, δεν είναι συνάμα και προβλέψιμα. Είχα πάντα την υποψία ότι ο ψυχισμός, και πιο ιδιαίτερα ο δικός μου, ήταν κάτι ανάλογο, ένα μη γραμμικό δυναμικό σύστημα, που λειτουργούσε μεν αιτιοκρατικά, αλλά ήταν εξαιρετικά ευαίσθητο στις αρχικές συνθήκες, τόσο ευαίσθητο που μικρές διαφοροποιήσεις καθιστούσαν αδύνατη τη μακροπρόθεσμη πρόβλεψή του.

Οι βόλτες στο νεκροταφείο, το κόκκινο στα φανάρια και όλα τ’ άλλα, μπορεί να ήταν ακριβώς αυτό το «μη προβλέψιμο» του εαυτού, ο πυρήνας, που γύρω του περιστρέφονταν όλες οι αφορμές, η απόλυτη αιτία, η πηγή που από μέσα της ανέβλυζαν όλα τα αφετηριακά και όλα τα έσχατα σημεία. Ήταν εκείνη η συνταγή, με τα βοτάνια, τα μπαχαρικά, τα μυρωδικά και τις γεύσεις, τις ευαισθησίες και τις αρχικές συνθήκες και τα πρόσωπα και τα αισθήματα που καταλήγουν σε εκείνον τον παράξενο αλληλένδετο συρφετό σκέψεων, στιγμών, συμπεριφορών και πράξεων, παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος, ένα χάος που οι άνθρωποι της καθημερινότητας καλούν εαυτό και οι ψυχολόγοι αρέσκονται να το ονομάζουν προσωπικότητα. Ήταν ένα αφετηριακό σημείο που ήταν μαζί και έσχατο. Αρχή και τέλος. Άλφα και Ωμέγα. Το θεμέλιο που πάνω του κτίστηκε η όλη ιστορία.

«Τι εννοείς θα φύγεις για δύο μήνες;» ούρλιαξε μόλις της ομολόγησα τις προθέσεις μου. Στεκόταν απέναντί μου ολόγυμνη. Το ίδιο κορμί που πριν λίγο σπαρταρούσε πάνω μου κι εγώ σπαρταρούσα μέσα του, στεκόταν απέναντί μου γεμάτο οργή και θυμό. Έβλεπα τις φλέβες του λαιμού της να τεντώνονται και τους μύες της να σφίγγουν γεμάτοι ένταση. «Και θα πας με μια γυναίκα! Σε ένα Κέντρο που διασώζουν γυναίκες!» «Όχι με μια γυναίκα. Με μια συνάδελφο. Και όχι γυναίκες. Κορίτσια. Διασώζουν κορίτσια». «Άι και γαμήσου μαλάκα! Σε έπιασε το ενδιαφέρον να σώσεις τα κορίτσια. Ευκαιρία ψάχνεις να με κερατώσεις πάλι!» Δεν είχε δίκιο. Δεν το είχα σκεφτεί καθόλου έτσι. Αν και είχε τα δίκια της να ωρύεται και να μη μου έχει εμπιστοσύνη. Ήμουν παρορμητικός, είχα πάντα ένα θέμα με την αυτοσυγκράτηση