Γραμμές/ Ορίζοντας

Ποιήματα του Θοδωρή Ρακόπουλου

Πρώτη δημοσίευση στο www.hartismag.gr  (Χάρτης 17, Μάϊος 2020)

 

Μπόινγκ

Ας μην ξεχνάμε τον πιλότο του Μπόινγκ
που μετά την απαλή προσγείωση
προχωρά με τον συνάδελφο στον διάδρομο
ανάμεσα στις διαφημίσεις
επάνω στην γαλάζια μοκέτα, μιλώντας σιγά.
Τον αποχαιρετά στην είσοδο του P4,
χώνεται σε ένα μεσαίας καύσης ΙΧ
και οδηγεί στις 2 το πρωί μέσα από τα προάστια
με κατεύθυνση το σπίτι
ενώ η νύχτα βαθαίνει πάνω στο σώμα της συζύγου
στον καναπέ της χαμηλόφωνης τηλεόρασης
στην κουζίνα που γρυλλίζει υπόκωφα,
στις 2 το πρωί,
μία ακόμα Τρίτη.

Οι γάτοι στην αυλή

Ήταν ο καιρός, λέω, που αναπαράγονταν
οι γάτοι στην αυλή· και σε όλη τη γειτονιά.
Τα ηδονικά, άγρια ουρλιαχτά τους
έσκιζαν τη νύχτα, το ίδιο και οι σκληριές
των αντιζήλων αρσενικών.

Ήταν, δηλαδή, μέσα Γενάρη (ο οίστρος
κρατά ως τις αρχές Φεβρουαρίου. Γι’ αυτό
τα γεννητούρια είναι πασχαλιάτικα. Τέλος
πάντων). Η μάνα μου είχε κάνει κοτόπουλο.

Το πολύτιμο ζουμί, αυτό που θα κρατούσαμε
και για το βραδινό, έπιασα τον πατέρα
να το περιχύνει πάνω στα κόκκαλα και τα
αποφάγια που θα έδινε στις γάτες.

Τον κοίταξα παράξενα. Γύρισε, λίγο ντροπαλά:
«είναι ο καιρός τους», είπε.

Όταν στα Βαλκάνια

Όταν ήρ­θε μό­νος του, πρώ­τη και τε­λευ­ταία φο­ρά, ο μά­γκας ξά­δερ­φός μου από την Κύ­προ,
ο Χα­μπής, αλ­λιώς τον λέ­γα­με Μαυ­ρή,
γνώ­ρι­σε τον ξά­δερ­φο του πα­τέ­ρα μου,
λί­γο πο­λύ ίδια ηλι­κία. Μή­τσο τον λέ­γαν. Το με­γα­λύ­τε­ρο αλά­νι έως πε­ριο­χή Πτο­λε­μα­ΐ­δας. Μασούρια τα χι­λιά­ρι­κα στην τζέ­πη ο ένας· βα­στά λι­ρού­ες στην πούγ­γκα ο άλ­λος· τί­γκα στον κολωκο­τρώ­νη ο Μή­τσος· γιό­μα ριά­λια ο Χα­μπής.
Θυ­μά­μαι ξε­κά­θα­ρα να κά­νουν κολ­λη­τή πα­ρέα έξι μέ­ρες, όσο κά­θι­σε ο Χα­μπής σ’ εμας.
Ανύ­πα­ντροι, ωραί­οι, χαρ­το­παί­κτες. Πό­τες. Γού­στα­ραν το σκυ­λά­δι­κο, αλ­λά εκτι­μού­σαν και τον Τζί­μι Χέ­ντριξ, «για τη ζωή του».
Θυ­μά­μαι με συ­γκί­νη­ση το πώς ενώ­θη­καν λιάρ­δα κά­θε βρά­δυ ως το πρωί, τσι­γά­ρα σπαρ­μέ­νος ο δρό­μος, δυο τύ­ποι ίδιοι που μι­λού­σαν άλ­λη γλώσ­σα, ο ένας τα κυ­πρια­κά της Αμ­μο­χώ­στου, ο άλ­λος τα βα­ριά μα­κε­δο­νί­τι­κα, που ανή­καν σε δύο ισό­πο­σα ουι­σκο­βα­ρείς πο­λι­τι­σμούς.
Το ουί­σκι πά­ντα ενώ­νει, στα ευ­ρύ­τε­ρα Βαλ­κά­νια.

Πο­λύ αρ­γά, στα τρια­ντα­πέ­ντε μου, έμα­θα πως ιστο­ρι­κοί ενέ­τα­ξαν για λί­γο και την Κύ­προ στη Βαλκα­νι­κή, όχι στο Λε­βά­ντε.

Από τό­τε τους θυ­μά­μαι με συ­γκί­νη­ση, μο­νά­χος μου. Έχω πε­ρά­σει πολ­λά βρά­δια με την σκέ­ψη τους. Σου το έχω πει, εί­μαι πα­ρά­ξε­νος τύ­πος.

 

Εδώ είναι το ταξίδι

Ενώ περ­νά­με την Για­λού­σα, στο Ρι­ζο­κάρ­πα­σο,
στο παρ­μπρίζ του πούλ­μαν
–τε­ρά­στιο σαν θό­λο πι­λο­τή­ριου–
σκά­νε η μία με­τά απ’ την άλ­λη,
κολ­λώ­δη απο­τυ­πώ­μα­τα πτή­σης,
κί­τρι­νοι λε­κέ­δες στην οθό­νη.

25 εκα­τομ­μύ­ρια πε­τα­λού­δες πε­τούν την ετή­σιά τους με­τα­νά­στευ­ση από την αρα­βι­κή χερ­σό­νη­σο μέ­σω Ισ­ρα­ήλ προς Αί­γυ­πτο· για κά­ποιες το τα­ξί­δι τε­λειώ­νει με έναν κί­τρι­νο λε­κέ, ανά­με­σα στο τοπίο που αλ­λά­ζει μπρο­στά μας και το γε­μά­το πρό­σφυ­γες –δε­κα­ε­τιών εβδο­μή­ντα– εσω­τε­ρι­κό του λε­ω­φο­ρεί­ου.

Αρ­γό­τε­ρα κα­θή­σα­με στο Palm Beach, πρώ­ην Κων­στά­ντια χο­τέλ,
πί­σω μας το φα­σμα­τι­κό Βα­ρώ­σι,
ήπια­με Efes pilsen
φά­γα­με κα­βου­ρό­ψι­χα και κα­λα­μά­ρι, σί­γου­ρα κα­τε­ψυγ­μέ­να,
ει­κά­ζω του Ιν­δι­κού ωκε­α­νού.

Δη­λα­δή η Αμ­μό­χω­στος όπου «δεν μπή­καν ού­τε καν ΟΗΕ­δες από τό­τε», λέ­ει ο θεί­ος στο μι­κρό­φω­νο, ενώ  οι κί­τρι­νοι λε­κέ­δες πολ­λα­πλα­σιά­ζο­νται στην οθό­νη.

Επι­στρέ­φου­με προς Λε­με­σό,
πε­ρά­σα­με σχε­τι­κά κα­λά.

 

Στην κοιλιά του κήτους

Το φα­λαι­νο­θη­ρι­κό έστρι­ψε, με τα­χύ­τη­τα μι­σού κόμ­βου, και κα­τεύ­θυν­ση προς το Ρέι­κια­βίκ, πί­σω στην βά­ση. Η κοι­νή μας αί­σθη­ση πως ένα φο­βε­ρά, αδια­νό­η­τα φαύ­λο άτο­μο, ίσως κε­ντρι­κή μορ­φή στην έρευ­νά μας, βρί­σκο­ταν, συ­ντα­ξί­δευε μα­ζί μας, on board, μας εί­χε φέ­ρει σε προη­γού­με­νες περι­πτώ­σεις να επι­βαί­νου­με σε κρουα­ζιε­ρό­πλοιο πα­ρά­κτια στην Αδρια­τι­κή, και σε λε­ω­φο­ρείο ΚΤΕΛ προς Αλ­βα­νία, μα­κριά από την αθη­ναϊ­κή μας βά­ση. Το να εστιά­σου­με σε ένα εν­δε­κα­με­λές, σαν ομά­δα πο­δο­σφαί­ρου, νορ­βη­γι­κό πλή­ρω­μα στα ανοι­χτά της Ισλαν­δί­ας ήταν πλέ­ον στα όρια της γραφι­κό­τη­τας. Αμπα­ρω­μέ­νοι στην κοι­νή μας κα­μπί­να, οι­κτεί­ρα­με με άδειο βλέμ­μα ο ένας τον άλλον, βου­βοί. Ο Γιά­κομπ πή­ρε να δια­βά­ζει φω­να­χτά Σνού­ρι Στούρ­λουσ­σον, για να σπά­σει την αμηχα­νία. Διά­βα­ζε φο­βε­ρά κα­κό­η­χα. Του εί­πα ξε­κά­θα­ρα πως εί­ναι γε­λοί­ος: αν νο­μί­ζει πως παριστά­νει τον δια­νο­ού­με­νο με τέ­τοια κα­ρα­γκιοζ­λί­κια, εί­ναι γε­λα­σμέ­νος. Συμ­φώ­νη­σε. Πέ­σα­με σε σιω­πή την οποία τά­ρα­ζαν τα μα­κρι­νά σό­ναρ της γα­λά­ζιας φά­λαι­νας ή μιας κοι­νής μας μνή­μης από εκεί­νο το ΚΤΕΛ.