Γράμμες/ Ορίζοντας

Βάκης Λοϊζίδης

Αγκαθερά

Εκδόσεις Αντηρίδα, 2020

 

Ζεπρούες

Εχτές επήα πάλε στα κατεχόμενα

για ν’ αγοράσω θκυο Ζεπρούες

Είσ̌ε τες κρεμασμένες ο Αχμέτ

ομπρός στο μαχαζί του

Εσκέφτηκα πως έν’ σουβενίρ ’πο ’στείλαν

εις τους δικούς τους

κυπραίοι ’πο ζούσαν στην Αφρική

ή πως τες εζωγραφίσασιν μωρά

που σήμερα έν’ μεσήλικες όπως τζ̌’ εγώ

Ποιος εννά μου το επιβεβαιώσει;

Εκρέμασα τες μέσα στη σάλα μου

τζ̌αι σ̌αίρουμαι όπως το μωρόν

γιατί παίρνουν με

στα χρόνια που ’μουν μιτσής

τζ̌αι θαύμαζα τες ζέπρες

 

Ρωμιοσύνη

Εσκλάβωσές μας

με τούν’ τον φουμισ̌ιάρικον

δεκαπεντασύλλαβον Βασίλη

που θέλεις σώνει τζ̌αι καλά

την ρωμιοσύνη

συνότζ̌αιρην του κόσμου

Οι μιάλες ιδέες

εφέρασιν μονόδρομον

Όπου τζ̌αι να δικλίσεις

έν’ κρεμμός

Μόνον οι πέτρες

έν’ συνότζ̌αιρες του κόσμου.

 

Dikkat Warning Προσοχή

Τέρμαν Αισχύλου, στα στενά

φέρνει μπροστά μου τον τελάλη

της εφημερίδας «Φως»

Περνά με το ποδήλατο, φωνάζει:

Ενέδρα, φόνος, εξαφάνιση

Συντρομαγμένος προχωρώ

Δείχνει μου τες ενέδρες των Εγγλέζων

Φτάνουμε στο «Σπιτ Φάιαρ»

Εν καλυμμένο με σακούλες γεμάτες άμμο

Μαθαίνω πως κάποτε ο παππούς

έπαιζεν στο «Σπιτ Φάιαρ» χαρκιά

Αρκούσε να ’ρτει σπίτι

Γυρώ μας έν’ σπίθκια ετοιμόρροπα

Στην πρόσοψή τους γράφει

Dikkat, Warning, Προσοχή

Ο χότζ̌ας τραουδά Φκάλουν τον Επιτάφιο

Μυρίζει γιασεμί, η Χώρα ζει

με θκυο γενιές συρματόπλεγμα

μες στην καρκιάν της ξαπολυμένον

 

Άουστος

Στον Αύγουστο

καθόλου δεν αρέσει

να αρχίζει με δίφθογγο

Προτιμά ένα σκέτο α

κι ας το πάρουν για στερητικό

Με ένα άλφα για πρώτη συλλαβή

γίνεται ολόδικός μας

Κυπριώτικος μήνας

Με τη συμφορά και την αγωνία

μήπως λιγοστέψει το φως

στη μεσόγειο.

 

Όμορφη Κύπρος

Λαλώ τα κατεχόμενα

Άμα βρεθώ με ξένους

λαλώ τα northern part

Προχτές ’πο βρέθηκα

με την Γκιουλσούν

είπα τα Turkish side

Δικάστε με, ξέρω

τιμάτε ακόμα τον Παπά

’πο φερεν τον Χίτην

τζ̌αι γίναν ούλλα πούκουππα

Εσαντανώθηκα τζ̌αι ’γω

τζ̌’ ο τόπος

Mοσχοπουλούμεν τούντην

κουτσόφτερην υπηκουότητα

γεμάτοι περηφάνεια

Κτίζουμεν καπάλιν

Είμαστεν συνκατακτητές

Πιστέψετέ με

Όμορφη Κύπρος

κατάπιε μας να πνάσεις.

 

Αιφνίδια Ομορφκιά

Τούντο παχύφυτον

μες τον μαστραππάν

δίπλα που το κλαππίν

του παραθύρου

εννά το πουν

αιφνίδιαν ομορφκιάν

οι μορφωμένοι

Εμέναν αθθυμίζει μου

την γιαγιά μου την Χαρικλούν

’πο φύτευκεν παχύφυτα

μες τα μαστραππούθκια

του γαλάτου.