Μερικώς διαφορετική σύνθεση ανά περιοχή έχει με τον ένα ή τον άλλο τρόπο το 22% των τυποποιημένων προϊόντων διατροφής που πωλείται στα κράτη μέλη της ΕΕ, σύμφωνα με την Κομισιόν, η οποία ωστόσο δεν στοιχειοθέτησε απαραιτήτως και διαφορές στην ποιότητα των εν λόγω ειδών, έπειτα από ειδική έρευνα.

Αναλυτικά η Κομισιόν ανακοίνωσε πως αξιολόγησε 1.380 δείγματα από 128 διαφορετικά προϊόντα διατροφής από 19 κράτη μέλη, ξεκαθαρίζοντας ωστόσο ότι το δείγμα “δεν αντιπροσωπεύει τη μεγάλη ποικιλία των προϊόντων διατροφής στην αγορά της ΕΕ”.

Συγκεκριμένα, κατά την Κομισιόν η μελέτη διαπίστωσε ότι:

– Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, η σύνθεση καταγράφεται στον τρόπο παρουσίασης των προϊόντων: το 23% των προϊόντων είχε ένα πανομοιότυπο μπροστινό πακέτο και ταυτόσημη σύνθεση και το 27% των προϊόντων σηματοδότησε τη διαφορετική σύνθεση τους σε διαφορετικές χώρες της ΕΕ.

– Το 9% των προϊόντων που παρουσιάστηκαν ως τα ίδια σε ολόκληρη την ΕΕ είχαν διαφορετική σύνθεση: είχαν ταυτόσημη μπροστινή συσκευασία, αλλά διαφορετική σύνθεση.

– Ένα άλλο 22% των προϊόντων που παρουσιάστηκαν με παρόμοιο τρόπο είχαν διαφορετική σύνθεση: είχαν παρόμοια μπροστινή συσκευασία, αλλά διαφορετική σύνθεση.

– Δεν υπάρχει συνεπές γεωγραφικό μοτίβο στη χρήση της ίδιας ή παρόμοιας συσκευασίας για προϊόντα με διαφορετικές συνθέσεις.

Η Κομισιόν ωστόσο ξεκαθαρίζει ότι η διαφορά στη “σύνθεση” που διαπιστώθηκε στα προϊόντα που δοκιμάστηκαν “δεν συνιστά απαραίτητα διαφορά στην ποιότητα του προϊόντος”.

Δεδομένου ότι ο Πρόεδρος της Επιτροπής Γιούνκερ έθεσε το ζήτημα της διπλής ποιότητας προϊόντων το 2017, η Κομισιόν έχει προωθήσει διάφορες πρωτοβουλίες:

– διευκρίνιση του πότε η διπλή ποιότητα των προϊόντων αποτελεί παραπλανητική πρακτική μέσω της νομοθεσίας σύμφωνα με την πρόσφατα συμφωνηθείσα νέα συμφωνία για τους καταναλωτές
– θέσπιση κοινής μεθοδολογίας για τον έλεγχο των τροφίμων
– έκδοση μιας σειράς κατευθυντήριων γραμμών που θα βοηθήσουν τις εθνικές αρχές να εφαρμόσουν τη νομοθεσία της ΕΕ για τον καταναλωτή και
– χρηματοδότηση με 4,5 εκατομμύρια ευρώ για την επίλυση αυτού του ζητήματος.

Αυτή τη φορά οι υπηρεσίες ανέλυσαν σχεδόν 1.400 προϊόντα διατροφής σε 19 χώρες της ΕΕ. Βάσει της νέας μεθοδολογίας που αναπτύχθηκε, οι αρμόδιες εθνικές αρχές θα είναι πλέον σε θέση να διεξάγουν την ανάλυση κατά περίπτωση για την εξακρίβωση των παραπλανητικών πρακτικών που απαγορεύονται από την κοινοτική νομοθεσία περί καταναλωτών.