Έλα στο Google News

Ανοιχτός ορίζοντας/ Ορίζοντας /Ισμέτ Γκιουνέι, Tτεκκές Χαλά Σουλτάν – Λάρνακα, 1960, λάδι σε καμβά, Συλλογή Νιλγκιούν Γκιουνέι. 

H τέχνη στην τουρκοκυπριακή κοινότητα

[…] Τη δεκαετία του ’50 και ’60 η εικαστική δημιουργία των Τουρκοκυπρίων βιώνει περίοδο ένδειας, καθώς η καλλιτεχνική εκπαίδευση στα σχολεία ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Οι λιγοστές προσπάθειες για πολιτιστική συγκρότηση λειτουργούν σε ένα πολιτικά βεβαρημένο και οικονομικά υποβαθμισμένο περιβάλλον. Νομοτελειακά η πολιτική, κοινωνικοοικονομική και πολιτισμική ανάπτυξη της Κύπρου δεν προσφέρει τη δυνατότητα ώστε να αναγνωριστούν αυτές οι αξίες, αντίθετα η σημαντικότερη έγνοια των Τουρκοκυπρίων είναι ο καθημερινός αγώνας για επιβίωση. Μια άλλη πραγματικότητα που επηρεάζει τη σχέση Τουρκοκυπρίων με την τέχνη την εποχή εκείνη είναι η εθνοκεντρική στην κάθε κοινότητα διάσταση που άρχισε να επιδρά πολιτικά κυρίως τη δεκαετία του ’501.

Ανάμεσα στις εκθέσεις της περιόδου 1950‐ 1974 που πέρασαν στους καταλόγους των αρχείων, δεν συναντούμε καμία μικτή έκθεση των δύο κοινοτήτων

Αν και Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι προσπαθούν από τις αρχές του 20ού αιώνα, δεν καταφέρνουν να πραγματοποιήσουν μια πολιτιστική συμπόρευση ή έστω την καλλιτεχνική συνεργασία. Αντίθετα, η πολιτικά έκρυθμη κατάσταση επιδείνωσε τις εθνικιστικές εκφάνσεις που άρχισαν να εντείνονται μετά την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και τα γεγονότα που ακολούθησαν από το 1963 και μετέπειτα.

Οι πολιτιστικές δραστηριότητες στην τουρκοκυπριακή κοινωνία, αρχικά, δεν φαίνεται να ορμώνται από πραγματικές πνευματικές ανησυχίες, αλλά εν ονόματι της τέχνης θα μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως προσπάθειες που πηγάζουν από μια συμπάθεια προς την τέχνη. Μπορεί να υποστηρίξει κανείς ότι τα τελευταία τριάντα χρόνια συναντάμε έργα που δημιουργήθηκαν με καλλιτεχνικούς ‐ αισθητικούς προβληματισμούς. Αν υπολογίσουμε χρονικά τη σχέση των Τουρκοκυπρίων με τις εικαστικές τέχνες κυρίως, μπορούμε με σχετική ασφάλεια να διατυπώσουμε τη θέση ότι δεν υπάρχει παράδοση πάνω από τρία τέταρτα του αιώνα2.

Ένα σοβαρό πρόβλημα που υπάρχει στη μελέτη της σύγχρονης τουρκοκυπριακής τέχνης είναι η έλλειψη αρχειακού υλικού, κάτι το οποίο προσπαθεί να καλύψει το Κέντρο Κυπριακών Ερευνών του Πανεπιστημίου Ανατολικής Μεσογείου, αφού από το 2003 άρχισε να συγκεντρώνει στοιχεία3. Ανάμεσα στις εκθέσεις της περιόδου 1950‐ 1974 που πέρασαν στους καταλόγους των αρχείων, δεν συναντούμε καμία μικτή έκθεση των δύο κοινοτήτων. Οι Τουρκοκύπριοι, είτε έκαναν ατομικές εκθέσεις είτε στις συλλογικές εκθέσεις από ομάδες δύο ή τριών ατόμων, προτιμούσαν να τονίζουν την οντότητά τους ως Τουρκοκύπριοι. Εξαίρεση αποτελεί η κοινή έκθεση ζωγραφικής Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων που πραγματοποιήθηκε το 1928 στο κυπριακό μουσείο στη Λευκωσία.

Φτάνοντας στο 1960, εμφανίζεται η ιδέα της συλλογικής έκθεσης. Είναι γνωστό ότι στη δημιουργία αυτών των εκθέσεων ήταν καθοριστική η επιρροή του Δρος Φαζίλ Κιουτσούκ, ηγέτη της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Με τις προτροπές του Κιουτσούκ, η Υπηρεσία Τουρκικής Παιδείας άνοιξε το 1961 στο Κυπριακό Μουσείο τις πύλες της 1ης Έκθεσης Ζωγραφικής Τούρκων Ζωγράφων, που στεγάστηκε στο αρχαιολογικό μουσείο. Μετά από την έκθεση γνωστοποιήθηκε στην Υπηρεσία Τουρκικής Παιδείας, εκ μέρους της διεύθυνσης του Μουσείου, ότι δεν θα δινόταν άδεια για μελλοντικές παρόμοιες εκθέσεις. Γι’ αυτόν το λόγο η δεύτερη παρόμοια έκθεση φιλοξενήθηκε στο Μevlevihasnce και αργότερα στο ξενοδοχείο Σαράι»5.

Η τουρκοκυπριακή κοινότητα υποδέχεται με ενθουσιασμό τις εκθέσεις, οι οποίες αναφέρονται στις πρώτες σελίδες των εφημερίδων και προβάλλονται ως πηγή περηφάνιας για τους Τουρκοκυπρίους. Τις εκθέσεις των Τουρκοκυπρίων τις επισκέπτονταν και οι Ελληνοκύπριοι. Μερικές φορές μάλιστα, ο ελληνοκυπριακός Τύπος αναφερόταν, έστω και λακωνικά, στις εκθέσεις. Ανάμεσα στα άτομα που ασχολούνταν με την τέχνη δεν υπήρχαν δυνατοί δεσμοί, αλλά ενημερώνονταν οι μεν για τους δε. Οι πρώτες συγκρούσεις ανάμεσα στις δύο κοινότητες τη δεκαετία του ’60 φόρτισαν την ήδη τεταμένη ατμόσφαιρα με ανασφάλεια. Από την άλλη πλευρά επιταχύνθηκε η ενδυνάμωση των δεσμών με την Τουρκία και πολλοί ήταν εκείνοι που φοιτούσαν στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο Gazi στην Τουρκία και στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Τουρκίας. Η εξέλιξη αυτή άφησε τα δικά της αποτυπώματα στην τ/κ τέχνη.

 Οι πρώτες φρέσκιες εικαστικές εκφράσεις

Η σημαντικότερη μορφή που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση μιας σύγχρονης τουρκοκυπριακής εικαστικής δημιουργίας θεωρείται ο Ισμέτ Βαχίτ Γκιουνέι (1923), ο οποίος εμφανίστηκε την εποχή που Kάνθος και Διαμαντής βρίσκονταν στο αποκορύφωμα της δημιουργίας τους. Είναι ο πρώτος που δείχνει σοβαρό ενδιαφέρον για την τέχνη της ζωγραφικής. Μετατρέποντας αυτό το ενδιαφέρον σε επιμονή, εκπαίδευσε τον εαυτό του ως ζωγράφο. Κάνει την πρώτη του έκθεση το 1946, με την οποία αποσπά και το ενδιαφέρον των Άγγλων κυβερνώντων. Ο καλλιτέχνης αποδέχεται πρόταση από το Ισλαμικό Λύκειο στη Λευκωσία να εργασθεί εκεί ως καθηγητής Τέχνης. Το 1948 αρχίζει την πορεία του ως εκπαιδευτικός. Τα νέα του καθήκοντα αποτέλεσαν τη σημαντικότερη ώθηση για να προχωρήσει στη ζωγραφική. Μάλιστα, ο Γκιουνέι κάνει την πρώτη του έκθεση το 1946 στο Αγγλικό Ινστιτούτο στη Λεμεσό.

Είναι σημαντικό να αναφέρουμε ένα γεγονός στη ζωή του Ισμέτ Β. Γκιουνέι που υπήρξε καθοριστικό. Το 1956 γνώρισε τον Ιμπραχίμ Τσιαλί, ο οποίος θεωρείται πρωτοπόρος του ιμπρεσιονισμού στην Τουρκία. Πήγε στο εργαστήρι του στην Κωνσταντινούπολη, έμεινε κάποιο διάστημα και παρακολούθησε τον τρόπο της δουλειάς του[i]. Άλλη μια σημαντική πληροφορία για τον Ισμέτ Β. Γκιουνέι είναι το γεγονός ότι είναι ο σχεδιαστής της σημαίας και του εμβλήματος της Κύπρου. Έχει σχεδιάσει επίσης και τρία αναμνηστικά γραμματόσημα της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Ο Τζιεβντέτ Τσιαγντάς (1926) φοίτησε στο Διδασκαλικό Κολέγιο Μόρφου (1947 – 1949) κινώντας την προσοχή του καθηγητή ζωγραφικής Διαμαντή, ο οποίος τον ώθησε προς την τέχνη της ζωγραφικής.

Είναι γεγονός όμως ότι οι Τουρκοκύπριοι καλλιτέχνες συνέχισαν το δικό τους δρόμο, που φαίνεται εκ των πραγμάτων να ήταν δυσκολότερος από αυτόν των Ελληνοκύπριων καλλιτεχνών.

Σημαντική θέση στην εξέλιξη της τουρκοκυπριακής τέχνης κατέχει ο Αϊχάν Μεντές (1935) κάνοντας τις πρώτες απόπειρες αφηρημένης τέχνης αντλώντας τις μορφές του από πολιτισμούς της Ανατολής.

Μια σημαντική γυναικεία παρουσία είναι η Ιντζί Κανσού (1937), η οποία ολοκλήρωσε τις σπουδές της στην Άγκυρα το 1960. Οι φιγούρες της, που αργότερα γίνονται άμορφες, σιγά ‐ σιγά παραχωρούν τη θέση τους σε πειραματικές εφαρμογές χρωμάτων.

Ο Αλί Ατακάν (1941) εργάσθηκε ως εκπαιδευτικός μεταξύ των χρόνων 1962 – 1992 και κατάφερε να μεταδώσει την αγάπη του για τη ζωγραφική, αλλά κυρίως να εφαρμόσει παιδαγωγικές προσεγγίσεις στη διδασκαλία της. Κατάφερε να καθοδηγήσει ταλαντούχους μαθητές προς μία εικαστική ανέλιξη και σ’ αυτό ήταν πρωτοπόρος. Μια άλλη σημαντική μορφή είναι ο Γιλμάζ Χακερί (1944), ο οποίος στα έργα του πριν το 1974 χρησιμοποιεί την αφαίρεση. Είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι ο Γιλμαζ Χακερί είχε ιδιαίτερες σχέσεις με την ελληνοκυπριακή πλευρά, μάλιστα το 1971 και το 1973 έκανε εκθέσεις στην γκαλερί Χίλτον στη Λευκωσία. Άλλοι καλλιτέχνες που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της σύγχρονης τουρκοκυπριακής τέχνης είναι ο Χουσεΐν Μουράτ (1916‐ 1976), ο οποίος φιλοτεχνούσε αγάλματα στη Λάρνακα, ο Γκιουλτεκίν Μπιλγκέ (1945), η Εμέλ Σαμίογλου (1946), ο Ταϊλάν Ογούζκαν (1949), ο οποίος από τον πρώτο χρόνο των σπουδών του αλλά και αργότερα στις αρχές της δεκαετίας του ’60 προσπαθεί να βρει διαφορετικούς τρόπους ανάγνωσης έξω από το χώρο της παραδοσιακής ζωγραφικής.

Από την ανακήρυξη της Ανεξαρτησίας το 1960 μέχρι και τα νεότερα χρόνια, η Κύπρος δεν ευτύχησε να δει την καλλιτεχνική δημιουργία Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων ως μια ενιαία έκφραση. Τα διάφορα πολιτικά γεγονότα, που άρχισαν να συμβαίνουν ήδη από πολύ νωρίς, προκάλεσαν, ακόμα και στην τέχνη, ένα αδιαπέραστο ρήγμα που δυστυχώς παραμένει ακόμα και σήμερα ανοιχτό.6

Είναι γεγονός όμως ότι οι Τουρκοκύπριοι καλλιτέχνες συνέχισαν το δικό τους δρόμο, που φαίνεται εκ των πραγμάτων να ήταν δυσκολότερος από αυτόν των Ελληνοκύπριων καλλιτεχνών. Ένας σημαντικός αριθμός καλλιτεχνών, παρ’ όλες τις αντικειμενικές δυσκολίες, κατόρθωσε να αρθρώσει λόγο έκφρασης και να αποτυπώσει τις δικές του εικαστικές αναζητήσεις.

Μαρίνα Σχίζα 

Αποσπάσμα από το κείμενο Ανιχνεύοντας τα πρώτα βήματα της Σύγχρονης Κυπριακής Τέχνης που δημοσιεύεται στη Νέα Εποχή τ.346, Φθινόπωρο 2020.

1,2,5,6: Η κυπριακή τέχνη τον 20ό αιώνα, εκδ. Νεοκυπριακός Σύνδεσμος, Λευκωσία, 2005
3,4: ΑΡΤΙ.ΟΝ ‐ τετράμηνο περιοδικό τέχνης, Ιούλιος 2008, Έκδοση Επιμελητηρίου Καλών Τεχνών Κύπρου ‐ Η ζωγραφική και η γλυπτική στην τουρκοκυπριακή κοινότητα πριν από το 1974, Zehra Sonya
13
Χακερί γιλμάζ, κόκκινος βράχος, 1970, λάδι, 75χ101 εκ. Κρατική πινακοθήκη

 

 

 

 

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.