Ανθη του κακού



Της Ανθής Ερμογένους

Όταν μου πρότεινε τη στήλη η Ελένη, είπαμε θα γράφω για ιστορίες ανθρώπων. Είμαστε σχεδόν δύο χρόνια που γράφουμε για ανθρώπους της δημόσιας ζωής, αλλά κυρίως τους μη ορατούς.

Σε αυτή τη διαδικασία έμαθα να παρατηρώ πιο πολύ τις ιστορίες, τους θυμούς, τις αγένειες, τις υποταγές, την παλαβοσύνη τους, τις αντοχές, τα ξεσπάσματα και τις θλίψεις τους και να αποκωδικοποιώ, κυρίως να τους βρίσκω άλλοθι. Μέσα από αυτή τη διαδικασία του παρατηρητή έγινα ανεκτική, πιο αμίλητη, λίγο πιο αναντίδραστη. Έγινα απορροφητήρας κακών συμπεριφορών για να γίνω καλός υποδοχέας ιστοριών. Έπειτα τις κατέγραφα με ύφος δικαιολογίας, με ύφος απολογίας. Και εξημερώθηκα. Η προβλεψιμότητά μου ήταν προκλητική ακόμα και για εμένα. Όταν άρχισα να το αντιλαμβάνομαι, άρχισα να παρατηρώ και άλλους ανθρώπους εκτός από εμένα, οι οποίοι έχουν καταργήσει ταυτότητες και έγιναν ό,τι θα ήταν η λογική τους συνέχεια, μάλιστα προσπάθησαν πολύ κιόλας γι’ αυτό, αλλά δεν έγιναν αυτό που τους ξεκούραζε, τους ξεχαρμάνιαζε ή τους εξίταρε ως παιδιά που ανακάλυπταν τον εαυτό τους. Αυτό το ίδιο έγινε η νέμεσίς τους. Η ανάγκη μιας ζωής με θαυμαστικά αντί μια προθυμία στις τρεις τελείες. Πρέπει να με ξανασυστήσω.

Τώρα παρατηρώ αντιπερισπασμούς να σώσουν τον κόσμο αντί τον εαυτό τους. Που μπαίνουν σε σχέσεις σαν καθεστώτα χωρίς απεργίες. Εαυτοί που δεν διεκδικούν το κύρος τους. Προσεγμένοι καταργημένοι. Ζωές με το μαλακό. Και επειδή όλα αυτά ξεκινούν από τις καλύτερες προθέσεις των γονιών ως επιθυμία για την γονεϊκά πετυχημένη εικόνα τους και επειδή όταν τα παιδιά τους ξέρουν να αντιμιλούν στον καθηγητή πρέπει να γίνουν δικηγόροι κι επειδή όταν είναι καλά παιδιά, δάσκαλοι κι επειδή παίρνουν είκοσι στη βιολογία γιατροί, καλύτερα να παρατηρούμε τι κάνουν στο κλειδωμένο δωμάτιο αβίαστα και να τους το θυμίζουμε, όσο χρονών κι αν έγιναν. Της μάνας μου της έλεγαν συνέχεια θα γίνω σπουδαία δικηγόρος, τόσο που σχεδόν το παπαγάλισα. Βρέθηκα στη σχολή που μισούσα κάθε μέρα, κάποτε θυμήθηκα ότι ήθελα να γίνω αρχιτέκτονας, ψυχολόγος, συγγραφέας, ποτέ δικηγόρος. Έριξαν και το θα γινόταν και καλή συγγραφέας, αλλά ως αμελητέα αναφορά γιατί δεν έχει λεφτά.

Οι μιθριδατισμένες ταυτότητες δύσκολα ανατρέπονται, δεν επανεκκινεί ο ενήλικας, να γίνει πρωτάρης. Παρακολουθώ πάλι ανθρώπους πως γίνονται πειθήνιοι στο ρου τους και σκέφτομαι ότι κάθε βδομάδα γράφω ό,τι θα ταίριαζε στην εφημερίδα ή προσπαθώ να βρω τον πολιτικό συνειρμό για να μη νομίσουν ότι είμαι καμιά που ξέρασε το κοσμοπόλιταν. Ότι αντί να γράφω πραγματικά για ανθρώπους, οπωσδήποτε πρέπει να τους συνδέσω με τη σοσιαλιστική υποχρέωσή τους. Ότι μιλώ για τη φτώχεια τους αντί για το πόσο έχουν καταργηθεί ολόκληροι οι εαυτοί τους και οι ταυτότητες. Ότι ακόμα μιλώ για ελευθερίες, δικαιώματα, ενώ έπρεπε να έχουμε πάρει το θέμα της ζωής πιο πέρα. Ότι ο άνθρωπος δεν είναι το αν έχει να φάει ή αν θα πυροβοληθεί, αυτά έπρεπε να τα είχαμε ήδη λυμένα. Εδώ έπρεπε να λέμε για το κάτι παραπάνω, όπως η αυτοδιάθεση ή το πώς ο καθένας δικαιούται να ανοίγει κεφάλαια ανασφάλιστα και ερεθιστικά. Και πως μια μέρα δικαιούμαι να σας γράψω light. Ζητούμενο είναι η ποιότητα της ζωής μας. Χωρίς αποδείξεις αριστείας κάθε λεπτό.