Χρόνια πόνου και θλίψης

92

Της Μαρίας Φράγκου

Σαράντα πέντε χρόνια πόνου και θλίψης. Μάνες που δεν άντεξαν, µάνες που έκλεισαν τα µάτια µε το όνοµα του παιδιού τους στα χείλη. Πατεράδες που ο πόνος άφησε χαρακιές στο πρόσωπο και άνθρωποι που γύρισαν από την κόλαση του πολέµου, της αιχµαλωσίας, των βασανιστηρίων.

Σαράντα πέντε χρόνια µετά και δεν µάθαµε τίποτε. Εξακολουθούµε να ανεµίζουµε σηµαίες ενός ανεύθυνου πατριωτισµού, ξεχνώντας πως στο όνοµά του έγιναν τα µεγαλύτερα εγκλήµατα. Συνεχίζουµε να συµπεριφερόµαστε λες και είµαστε η πλευρά η δυνατή. Γιατί άλλο η πλευρά που έχει δίκαιο και άλλο η πλευρά η δυνατή. Και δεν θέλουµε να καταλάβουµε πως κουράσαµε και κουραστήκαµε. Το δίκαιο δεν το χάσαµε, αλλά αρνούµαστε να κατανοήσουµε πως µία-µία χάνονται οι ευκαιρίες, όσοι µας στήριζαν µας λένε πως πρέπει να κάνουµε συµβιβασµούς αν θέλουµε να λύσουµε το Κυπριακό. Ο χρόνος έφερε τετελεσµένα που παγιώνονται και καθιστούν το πρόβληµα ακόµα πιο µεγάλο και δυσεπίλυτο.

Κι αντί να δούµε την αλήθεια κατάµουτρα, αντί να δούµε πώς φτάσαµε στο παρά ένα -ή και στο ένα- της διχοτόµησης, κάνουµε καριέρες µε το Κυπριακό προµετωπίδα και µε νεοφανείς, πολλές φορές και καινοφανείς ιδέες, συντηρούµε µύθους και γράφουµε θούριους.

Νεοφανείς ηγέτες που αρνούνται να καταλάβουν πως το δίκαιο δεν το ανακτά κανείς µε τα όπλα, τα συνθήµατα και τα εύηχα τα λόγια τα µεγάλα. ∆εν το διεκδικεί κάποιος µε κινδυνολογία και φανατισµό. Για να περιστοιχίζεται από φοβισµένους και φανατικούς.

Την αλήθεια να την βλέπεις κατάµατα. Και να µην ενοχλείσαι άµα σου λένε «εκάµαµε κι εµείς πολλά». Γιατί κάναµε πολλά κι εµείς. Η πλευρά η δυνατή, η πλευρά που ήθελε -κι ακόµα θέλει- να κάνει εξ ολοκλήρου κουµάντο στον τόπο, αρνούµενη να παραδεχθεί πως είχε τους Τ/κ πατηµένους στο λαιµό. Και δεν είναι κανένα άλλοθι για τον Τούρκο εισβολέα αυτή η παραδοχή. Είναι αναγνώριση της αλήθειας και µόνο µε αποδοχή της θα προχωρήσουµε µπροστά.

Μία-µία οι ευκαιρίες χάνονται. Και εµείς παραµένουµε προσηλωµένοι στο µύθο «πάλι µε χρόνια µε καιρούς πάλι δικά µας θα ‘ναι». Για να καλλιεργούµε ψευδαισθήσεις, τα ταΐζουµε ένα αφήγηµα που δεν οδηγεί πουθενά και δηµιουργούµε «πελάτες» µιας θεωρίας που θέλει την Κύπρο µισή αλλά ελληνική, παρά ολόκληρη µε τους Τ/κ συµπατριώτες µας συνδιαχειριστές του µέλλοντος χώρας και λαού.