Έμαθα πως τον Ζακ τον έθαψαν στο χωριό, ντυμένο γαμπρό

670

Tης

Ανθής Ερμογένους

 

Έμαθα πως τον Ζακ τον έθαψαν στο χωριό, ντυμένο γαμπρό. Αποχρωματίζοντας τη σεξουαλική του αμεροληψία, την απαζάρευτη επιλογή ζωής που επέλεξε ν’ αγνοήσει. Γαμπρός νεκρός ενίκα. Για να εκπληρώσουν το κοινωνικό του ξεχρέωμα. Αν δεν περάσεις στην πίστα του οικογενειάρχη, δεν υλοποιήσεις διαδόχους, δεν ζυγίζεις το ίδιο.

Ο Ζακ τούς περίσσευε δημογραφικά εφόσον ήταν μη επερχόμενος οικογενειάρχης. Όταν τον δολοφόνησαν, τα σχόλια που ακολούθησαν ήταν πως αδιαφορούσε αν πεθάνει, αφού η ζωή του ήταν μπερδεμένη, ήταν γκέι, δεν είχε παιδιά, ήταν οροθετικός… Άρα αφού δεν θα διαιώνιζε το είδος, δεν είχε το ίδιο βάρος και αξία η δικιά του ζωή. Ο κοσμηματοπώλης δικαιούται να φτάσει σε φόνο, έλεγαν, γιατί κινδύνεψε το ψωμί της Οικογένειας. Ο κοσμηματοπώλης, αν πέθαινε, ήταν Πατέρας. Ανδραγαθούσε. Θα ήταν άδικο.

Γιατί αν δεν έχεις οργανωμένες ευτυχίες σε τάπερ, ολοκληρωμένα σετ πιατικά, ασορτί σετ σεντόνια, σπάιντερμαν για αγόρια, μπάρμπι για κορίτσια, ελεμένταρι να τρέξεις τα παιδιά, η αξία της ζωής σου αποτιμάται και βγαίνει λίγη.

Η βαθύτατη περιφρόνηση σε όσους δεν συμμετείχαν στο baby-boom και τα μανιοκαταδιωκτικά κοινωνικά κιτς, τους κατατάσσει σε κενές μορφές. Η ζωή τους, καρμίρικη, κενή υποχρεώσεων και θαυμάτων, με άδειο χρόνο, δεν έχει χρησιμότητα, ευθύνες, πάσχει από ματαιότητα. Ο οικογενειάρχης ενθρονίζεται, άρχει εικονικά. Φετιχοποιώντας την ιδιότητά του. Οι άλλοι, οι αταξινόμητοι, έχουν το αλάθητο σημάδι της υποαξίας.

Παίρνει τηλέφωνο η άλλη, «είμαι στο πάρκο με έναν αστυνομικό, βρήκαμε έγκυο που κοιμάται στα σκουπίδια». Της λέω, πάρ’ την τώρα νοσοκομείο ή στο γραφείο ευημερίας. Μου λέει «κάνε εσύ κάτι, εγώ με τι ιδιότητα να την μαζεύω;». Του ανθρώπου, του πολίτη, της απαντώ, είμαι δουλειά, αδύνατον να φύγω, αφού είσαι εκεί πάρ’ τη γυναίκα κάπου για βοήθεια. Η απάντηση ήταν, «ρε Ανθή, εγώ έχω δυο παιδιά».

Προσπαθώ να πιάσω το ρεζουμέ. Εγώ δεν έχω παιδιά, άρα αν κινδυνέψω δεν πειράζει; Εγώ δεν έχω παιδιά, άρα ούτε υποχρεώσεις; Αυτή είναι μάνα, άρα εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις, την προσφορά στην ανθρωπότητα, εγώ όχι;

Από όπου και να το έπιανα, μια μου έμοιαζε εξαιρετικά περιποιημένη ξεδιαντροπιά, μια οριοθέτηση κοινωνικής απόστασης, μια μου ακουγόταν προσέγγιση αποκαθαρμένη από τις οφειλές των οικογενειαρχών σε κάθε άλλη κοινωνική βελτίωση, μια μου θύμιζε πως η πρόφαση της μητρότητας σού δίνει κάρτα εισόδου στη συλλογική ή κοινωνική απραξία. Αυτό ήταν. Επέλεξε να αποσύρει το βλέμμα της από την ευθύνη με το πρόσχημα της οικογενειάρχισσας και άρα αυτής που είτε δεν είχε χρόνο να ταλαιπωρηθεί, είτε δεν μπορούσε να κινδυνέψει.

Ήθελα να της πω πως τέτοιες ζωές χορταριάζουν, πως χάνουν χρησιμότητα, ουσία, πως μας ζυγίζω και βγαίνει λιγότερη σε αξία κι ουσία απ’ όσες/ους και χωρίς παιδιά ακόμα, η ζωή τους είναι πιο γεμάτη ακτιβιστικά και κινηματικά από τις υπόλοιπες Stepford-wives.

Πως μπορεί ο Ζακ να μην έκανε διαδόχους, μα η ζωή του έχει το ίδιο βάρος με κάθε οικοάρχοντα.

Πως όλα τα οικογενειακά εφευρήματα είναι ασθενικές δικαιολογίες.

Πως το κοινωνικό μας ξεχρέωμα, η προσωπική αυτοπραγμάτωση, δεν παύει μόλις ξεγεννήσεις κουτσούβελα.

Πως τα κοινωνικά μας ένστικτα δεν αφορούν όλους τους άλλους.

Πως οι ζωές είναι ατόφιες, ακέραιες, ισάξιες, συχνά χρησιμότερες, πιο γεμάτες, ακόμα κι αν είναι άφυλες, άτεκνες, ανύπαντρες, ασυμβίβαστες, άναρχες, αταξινόμητες.