Η ανοχή είναι συνενοχή

28

Της Άννας Μισιαούλη

Τα περιστατικά βίας αυξάνονται καθηµερινά και όλοι εκφράζουν το συγκλονισµό τους. Τα περιστατικά βίας όµως αποτελούν καθηµερινό φαινόµενο αρχίζοντας από την πιο “αθώα” τους µορφή, καθιστώντας την ανοχή συνενοχή για τον απλούστατο λόγο ότι παραγνωρίζεται η έκταση που µπορεί να λάβουν.
Η πυραµίδα της βίας είναι ξεκάθαρη: τα δήθεν αστειάκια σταδιακά µπορούν να οδηγήσουν και σε φόνο, όπως και το µπούλινγκ που έγινε σε βάρος τους µαθητή Παναγιώτη Στεφανή.

Όλα αρχίζουν µε τα δήθεν αστεία, τα οποία όµως αποτελούνται από εκφράσεις που υποβιβάζουν και εξευτελίζουν το θύµα που έτσι κι αλλιώς αυτός είναι ο σκοπός. Χρησιµοποιούνται χαρακτηρισµοί που µπορεί να µην προκαλούν βία άµεσα, εντούτοις επηρεάζουν τον τρόπο συµπεριφοράς απέναντι στο θύµα και δηµιουργούν ένα περιβάλλον και καθιστούν κανονικότητα την αίσθηση κατωτερότητας, αλλά και την εξουσία η οποία επιχειρείται να επιβληθεί.

Έτσι τα φαινοµενικά αθώα ή δήθεν αστεία ήδη δηµιουργούν το πλαίσιο για εξάσκηση βίας.
Επειδή δεν είναι τίποτε άλλο παρά βία το ταµπέλωµα µέσω χαρακτηρισµών και προσωπικών επιθέσεων που τις περισσότερες φορές γίνονται χωρίς γνώση και ως συγκάλυψη µεταξύ άλλων αδυναµιών, ανεπάρκειας και συνδρόµων εκείνων που τις χρησιµοποιούν µε πρώτο και κύριο στόχο την αποδυνάµωση για να µπορεί να περάσει το δικό τους. Τόσο απλά και τόσο απλοϊκά.

Μόλις το ταµπέλωµα εδραιωθεί έρχεται και η θυµατοποίηση µέσα από την εκλογίκευση: “Θα δεις τι θα πάθεις”, “της αξίζει”, “καλά να πάθει”, “ξέρεις ποιος είµαι εγώ;”, “Εν που την κελλέν της, εγύρευκεν τα”. Κι αυτό για να ακολουθήσει η πραγµατική βία, φυσική και λεκτική, ως τιµωρία και επιβολή. Και τέλος η ουσιαστική παρενόχληση, η επίθεση για πρόκληση σωµατικής βλάβης µέχρι και ο φόνος, όπως έδειξαν τα πρόσφατα περιστατικά.

Όσο δε για τους απαθείς παρατηρητές που απλώς δικαιολογούν τέτοιες συµπεριφορές, ξεκινώντας από τις δήθεν αθώες πράξεις τους, τις οποίες παραγνωρίζουν ως ασήµαντες, δεν µπορούν παρά να θεωρηθούν συνένοχοι στη διαιώνιση του κύκλου της βίας και ακόµη χειρότερα στην εδραίωσή του.

Κι όµως για να σπάσει αυτός ο κύκλος χρειάζεται µόνο ένα άτοµο να πει “δεν υποχρεούµαι να ανέχοµαι τέτοιες συµπεριφορές και δεν θα τις ανεχτώ”. Ακόµα κι αν γύρω του ακούγεται “µα έτσι είναι το στιλ του/της”, “µα δεν δεν το εννοεί”, “µα δεν…” Μια µόνο φωνή που απλώς θα ορθώσει το ανάστηµά της και θα ακολουθήσει τις αρχές της µη βίας σε οποιαδήποτέ της µορφή ακόµα κι αν είναι µόνη. Όπου κι αν είναι. Στο σχολείο, στη δουλειά, στην πλατεία, στο δρόµο.
Μια µόνο κίνηση και ένα όχι µπορούν να κάνουν τη διαφορά. Τα «µα» και τα «δεν…» είναι συνενοχή και ανοχή.