Καταστροφικές πολιτικές για την κοινωνία και τη συνοχή της



Του Γιάννη Κακαρή

 

Η εργαλειοποίηση των προσφύγων από την Τουρκία, στην προσπάθεια ενίσχυσης της θέσης της για τις ευρύτερες διαπραγματεύσεις περί οικονομικών και γεωπολιτικών σχέσεων με την ΕΕ, έχουν αυξήσει σημαντικά τις προσφυγικές ροές κυρίως σε Κύπρο και Ελλάδα.

Οι πρόσφυγες από τη Συρία και άλλες χώρες όπου επικρατεί αναβρασμός προσπαθούν να σώσουν τις ζωές τους. Ως εκ τούτου είναι διατεθειμένοι να κάνουν τα πάντα, με αποτέλεσμα να γίνονται εύκολη λεία στο κύκλωμα «εμπόρων ελπίδας». Δίνουν τα πάντα και είναι διατεθειμένοι ακόμα και να πεθάνουν στη θάλασσα, φτάνει να γλιτώσουν από την κόλαση που δημιούργησαν οι ανταγωνισμοί στην περιοχή. Ανταγωνισμοί οι οποίοι φέρνουν πολέμους και δυστυχία στο βωμό του κέρδους και της αναχάραξης συνόρων. Φυσικά, με τις ευλογίες ΗΠΑ – ΝΑΤΟ – ΕΕ.

Όσοι όμως καταφέρουν να προσπεράσουν τα φυσικά και τεχνητά εμπόδια, φτάνοντας σε τούτον εδώ τον τόπο, αντιμετωπίζουν την οδυνηρή πραγματικότητα.

Αντί οι αιτήσεις τους για πολιτικό άσυλο να εξετάζονται άμεσα και να επαναπροωθούνται στον τελικό τους προορισμό, να στέλνονται πίσω στις χώρες τους εφόσον δεν προκύπτει λόγος παραχώρησης πολιτικού ασύλου ή να εντάσσονται σε προγράμματα ένταξης στην κυπριακή κοινωνία, αντιμετωπίζονται ως σκουπίδια.

Η κυβέρνηση επέλεξε να τους τσουβαλιάζει σε χώρους υποδοχής, στους οποίους μπορούν να διαμένουν μέχρι 72 ώρες, ενώ στη συνέχεια μετέτρεψε το κέντρο Πουρνάρα από ανοιχτό χώρο σε κλειστό. Οι πρόσφυγες αναγκάζονται να διαμένουν στο χώρο χωρίς να τους προσφέρονται οι απαραίτητες υγειονομικές συνθήκες, αφού διαμένουν σε τσαντίρια μέσα στις λάσπες και χωρίς να έχουν ούτε σαπούνι για το μπάνιο. Επίσης δεν υπάρχει καθημερινή παρουσία ιατρού, δεν έχουν πρόσβαση στη δικαιοσύνη ούτε και ελεύθερη μετακίνηση.

Σε άλλες περιπτώσεις, πρόσφυγες αναγκάζονται να διαμένουν σε εγκαταλελειμμένα κτίρια ή ακατάλληλες οικοδομές, ακόμα και με τη σιωπηλή συναίνεση των κρατικών υπηρεσιών.

Την ίδια ώρα δεν υπάρχουν προγράμματα ένταξης των προσφύγων στην κυπριακή κοινωνία, κάτι που οδηγεί στην γκετοποίησή τους.

Όλα αυτά έχουν ως αποτέλεσμα να αυξάνεται η εγκληματικότητα και ο φόβος στους κατοίκους των περιοχών.

Παρ’ όλα αυτά ο υπουργός αρκείται να κατηγορεί τους πρόσφυγες και όσους αντιδρούν ζητώντας καλύτερη αντιμετώπιση των προσφύγων. Αντί να βελτιώσει τις συνθήκες διαμονής στα κέντρα φιλοξενίας και να τα ανοίξει, στέλνει δυνάμεις καταστολής.

Αντί να επισπεύσει τις διαδικασίες εξέτασης των αιτήσεων, αρκείται στις εξαγγελίες χωρίς κανένα αποτέλεσμα.

Αντί να δημιουργήσει δομές και προγράμματα ένταξης των προσφύγων στην κυπριακή κοινωνία, τους κατηγορεί, μαζί με άλλα στελέχη της κυβέρνησης, ως τζιχαντιστές, σπέρνοντας έτσι το ρατσισμό και τη μισαλλοδοξία. Προσπαθώντας να φτάσουν στο ακροδεξιό ακροατήριο, υιοθετούν τη ρητορική και πολιτική του ΕΛΑΜ. Όλα αυτά θα μας φέρουν αντιμέτωπους με ίδιες καταστάσεις που υπάρχουν στην Ελλάδα, θρηνώντας θύματα.