Κλάδος ελαίας

48

Της Μαρίας Φράγκου

Μας οδήγησαν και φέτος τα βήµατά µας στα κενοτάφια και στα µνηµεία των παλικαριών της αντίστασης. Αποτίσαµε και φέτος τον προσήκοντα σεβασµό και κάναµε και φέτος το χρέος µας. Ένα χρέος ανεκπλήρωτο. Ένα χρέος τόσο βαρύ όσο και τα χρόνια του πόνου µας. Ένα χρέος τόσο βαρύ όσο και το χώµα που σκεπάζει τους νεκρούς µας.

Τούτη την ηµέρα πρέπει να επικρατεί σιωπή. Και να ακούγεται το σπαρακτικό κλάµα της µάνας -πόσες, αλήθεια, µάνες απέµειναν- πάνω από το µνήµα του γιου της. Τούτη την ηµέρα πρέπει να ακούγεται ο λυγµός του πονεµένου κύρη. Το παράπονο της συζύγου που απέµεινε µόνη, πατέρας και µητέρα των παιδιών της.

Κάθε 15 του Ιούλη πρέπει να επικρατεί σιωπή. Και να µιλούν µόνο αυτοί που πονούν. Εκείνα τα παιδιά που δεν χάρηκαν τον πατέρα, εκείνα τα αδέλφια που µεγάλωσαν µε το µοιρολόι της µάνας τους για το νεκρό της παλικάρι…

Μια τέτοια µέρα δεν µπορούµε να ακούµε τους απολογητές της τραγωδίας. Μια τέτοια µέρα δεν µπορούµε να ακούµε αυτούς που δαφνοστεφανώνουν τους πραξικοπηµατίες µε το άλλοθι της διατεταγµένης αποστολής. ∆εν µπορούµε να ανεχτούµε αυτούς που µιλούν για απερισκεψία αντί για έγκληµα, αλλά µετά τρέχουν να ξεπλυθούν πίσω από τις αντιστασιακές οργανώσεις εκφωνώντας επιµνηµόσυνους λόγους και επετειακές οµιλίες.

Κάθε 15 του Ιούλη πρέπει να ακούγονται οι στίχοι του Νερούδα: «Του προδότη που προχώρησε ως ετούτο το έγκληµα ζητώ την τιµωρία/ εκείνου που ‘δωκε το σύνθηµα του θάνατου ζητώ την τιµωρία/ εκείνων που προστατέψανε αυτό το έγκληµα ζητώ την τιµωρία/ δε θέλω να µου δίνουνε το χέρι, το µουλιασµένο από το δικό µας αίµα/ δεν τους θέλω για πρεσβευτές, ούτε ήσυχους µέσα στα σπίτια τους/θέλω να τους δω να δικάζονται, σε τούτο δω το µέρος, σε τούτη την πλατεία».

Τον προδότη τον ξεπλύναµε µε τον κλάδο ελαίας. Με το συγχωροχάρτι που του έδωκε ο Μακάριος, επιστρέφοντας από την αυτοεξορία τον ∆εκέµβριο του 1974.

Κι όσο περνούν τα χρόνια, τόσο µεγαλώνει η οργή για τη στάση αυτή του Μακαρίου. Όσο ήµουν πιο νέα προσπαθούσα να καταλάβω την πράξη του, χωρίς απαραίτητα και να την αποδέχοµαι. Απλά θεωρούσα το ασυµβίβαστο του σχήµατος του κληρικού µε τη θέση του αρχηγού του κράτους. Και το «δικαιολογούσα»… Πως το πρώτο, το θρησκευτικό στοιχείο, δεν µπορούσε να συγκρουστεί µε το άλλο, το κοσµικό.

Καιρό τώρα έπαψα, όµως, να δίνω συγχωροχάρτι στον Μακάριο. Γιατί ο κλάδος ελαίας δεν πρόσφερε τίποτε άλλο, παρά ασυδοσία στους προδότες. ∆εν πρόσφερε τίποτε άλλο, παρά άλλοθι σε εκείνους που έδωσαν το σύνθηµα του θανάτου. Και δεν έδωσε τίποτε άλλο παρά καταφύγιο σε αυτούς που προστάτευσαν το έγκληµα.

Ναι, δεν θέλω να απλώνουν το χέρι τους αυτοί που βροµάνε αίµα. Με το αίµα των γονιών και των αδελφών µας είναι βαµµένα τα χέρια τους. Και κανένας κλάδος ελαίας δεν µπορεί να ξεπλύνει το έγκληµα. Κανένας κλάδος ελαίας δεν µπορεί να εξισώσει τον θύτη µε το θύµα του…

Κανένα άλλοθι δεν δίνουµε στους παραχαράκτες της Ιστορίας, στους βέβηλους της µνήµης.