Ο θρήνος της μάνας

Της Μαρίας Φράγκου

Μας κοίμιζε με το μοιρολόι της και μας ξυπνούσε με το θρήνο της. Καθόταν στο παράθυρο του παλιού μας σπιτιού που έβλεπε ευθεία στο κοιμητήριο κι έκλαιγε, έκλαιγε… Τα μάτια της σαν βρύση. Δεν στέρευαν ποτέ. Σε εκείνη τη θέση την βλέπαμε το βράδυ που πηγαίναμε για ύπνο… Στην ίδια θέση την βρίσκαμε το πρωί όταν ξυπνούσαμε…

Στο μοιρολόι της, πότε σιγανό και πότε με ένταση, καταριόταν τους δολοφόνους του γιου της.

Υμνούσε τη λεβεντιά και τη χάρη του Κυριάκου της κι έκλαιγε γιατί στα 16 του χρόνια, εκεί που η ζωή απλωνόταν μπροστά του, αυτός έκλεισε τα μάτια για πάντα. Του τα ’κλεισαν τα μάτια για πάντα.

Και δεν είχαν το θάρρος να ’ρθουν μπροστά στους γονιούς του για το κακό χαμπάρι και έπαιρναν τηλέφωνο πρωινές ώρες, στον κοινοτικό τηλεφωνικό θάλαμο, να ενημερώσουν τον παπά, όπως είπαν στον άνθρωπο που απάντησε, χαράματα της Κυριακής, για το θάνατο του γιου του… Ενα δεκαεξάχρονο παιδί ξεψύχησε στα σκαλιά της μητρόπολης Πάφου, αλλά υπόθεση δεν υπάρχει.

Δεν θυμάμαι πότε σταμάτησε εκείνο το μοιρολόι κι εκείνος ο θρήνος μπροστά από το παράθυρο…

Ή αν σταμάτησε ποτέ. Εκείνο το μοιρολόι κι εκείνος ο θρήνος έγιναν πιο έντονοι ένα χρόνο μετά.

Όταν το κακό κτύπησε και δεύτερη φορά. Οταν ο 22χρονος Σωτήρης θα άφηνε την τελευταία του πνοή στην Επισκοπή Λεμεσού, πολεμώντας τον εισβολέα. «Διψώ και πονώ», ήταν οι τελευταίες του λέξεις. Και δεν ήταν κοντά η μάνα του να του βρέξει τα χείλη… Και ήταν μακριά ο πατέρας του να του σφίξει το χέρι, να του κλείσει την πληγή να μην αιμορραγεί και να αντέξει μέχρι το νοσοκομείο…

Σαράντα τρεις Ιούληδες… Σαράντα τρία χρόνια πόνου και θλίψης. Τα μάτια της μάνας μας σαν βρύση ακόμα και σήμερα. Δεν στέρεψαν ποτέ. Κάθεται απέναντι από τις φωτογραφίες των αδικοχαμένων παιδιών της και τους μιλά. Και κάθε μέρα το ίδιο σκηνικό. Να κλαίει και να τους μιλά. Για όλα τούτα τα χρόνια που η απουσία τους τής σκίζει τα σωθικά. Που είναι στιγμές που νομίζει πως θα βγουν από τις φωτογραφίες και θα τής μιλήσουν… Σαράντα τρία χρόνια και το μαύρο μαντήλι έγινε συνέχεια της κεφαλής της. Τα μαύρα ρούχα, ένα με το πετσί της. Τα μαλλιά της άσπρα σαν βαμβάκι, όχι ως αποτέλεσμα των 79 της χρόνων. Ασπρισαν μέσα σε μια μέρα εκείνο το πρωινό της 1ης του Ιούλη του 1973. Στα 36 της χρόνια.

Ανάστησε δυο λεβέντες για να της τους πάρει η πατρίδα. Χαλάλι, να πει; Πώς να το πει το «χαλάλι», όταν η θυσία τους μένει ακόμα αδικαίωτη; Πώς να πει «χαλάλι» όταν τόσα χρόνια μετά δεν ήρθε κανείς να της πει συγνώμη για το έγκλημα; Πώς να πει «χαλάλι», αφού τής λεν κατάμουτρα πως έγινε ένα έγκλημα χωρίς εγκληματίες;

«Εμείς χάσαμε σκυλιά δεν χάσαμε παιδιά…», λέει με παράπονο και οργίζεται όταν βλέπει την εξίσωση του θύτη με το θύμα… Οταν βλέπει να δαφνοστεφανώνονται οι δολοφόνοι των παιδιών της, των παιδιών όλης της Κύπρου.

Μαύρη μέρα η σημερινή. Μαύρη μέρα για την Κύπρο και το λαό μας. Ανοικτή η πληγή για τους χαροκαμένους γονείς, συζύγους, παιδιά, αδέλφια. Αμάραντο το λουλούδι της τιμής, ανεκπλήρωτο το χρέος… Στο πρόσωπο της δικής μου μάνας, τιμή σε όλες τις ηρωομάνες της Κύπρου…