Οι μνήμες που στοιχειώνουν το φασισμό

116

Της
Άννας Μισιαούλη

Ο Αύγουστος, όπως και ο Ιούλιος, είναι οι μήνες που στοιχειώνουν με μνήμες από το φασισμό όλη την Κύπρο.

Προχθές, η μαρτυρία του Σιαφάκ Νιχάτ, επιζώντος της σφαγής της Μαράθας, που δημοσιεύθηκε στην τ/κ εφημερίδα Haber Kibris, ξυπνά τις μνήμες του φασισμού στην Κύπρο και των δεινών που προκάλεσε και ακόμα ταλανίζουν το νησί.

Το χωριό, περιγράφει ο Σιαφάκ, ήταν σιωπηλό. Δεν υπήρχαν άνθρωποι. Δεν υπήρχαν σημεία ζωής ή θανάτου. Στη Μαράθα τότε, όπως περιγράφει, ζούσαν 100 Τ/κ με περιορισμένη σχέση με Ε/κ.

Στη σχολική του φωτογραφία ο Σιαφάκ δεν βλέπει κανέναν από τους συμμαθητές του ζωντανό, εκτός από τον εαυτό του. Η 14η Αυγούστου είναι γι’ αυτόν η μέρα που όλοι οι φίλοι του δολοφονήθηκαν.

Ο Σιαφάκ, ο δάσκαλος, είναι ένας από τους επτά επιζήσαντες της σφαγής στη Μαράθα που στοίχισε τη ζωή σε 126 ανθρώπους. Το πιο μικρό θύμα ήταν 16 ημερών και το πιο μεγάλο ηλικίας 95 ετών.

Ο Σιαφάκ ήταν τότε 13 χρόνων, το νεότερο από πέντε αδέλφια. Περνούσαν τις μέρες τους παίζοντας ποδόσφαιρο, κρυφτό και ποδηλατώντας. “Όλα ήταν όμορφα και ειρηνικά για μας”, περιγράφει.

Περιγράφει την 20ή Ιουλίου και τη 14η Αυγούστου “ως επώδυνες μέρες”.

“Ειδικά τα βράδια και παρά την καλοκαιρινή ζέστη, τα παράθυρα ήταν κλειστά. Δεν υπήρχε αεριστήρας. Ιδρώναμε. Καλούσαμε τον πατέρα μας να ανοίξουμε το παράθυρο και μας έλεγε όχι. Ακούγαμε πυροβολισμούς, αλλά δεν μπορούσαμε να κάνουμε κάτι”, περιγράφει τις στιγμές αγωνίας με τα μάτια ενός παιδιού ο Σιαφάκ.

“Ένα βράδυ, ένας άνδρας ο Μεχμέτ, ήρθε στο σπίτι μας. Είπε κάτι στον πατέρα μου. Ό,τι κι αν πέρασε, ο Μεχμέτ ήταν έντρομος. Έτρεμε. Ο πατέρας μου είπε στα Ηνωμένα Έθνη ότι ήταν άρρωστος και τον έστειλαν στην Αμμόχωστο. Επέζησε της σφαγής”, συμπλήρωσε στην αφήγησή του.

“Στις 14 Αυγούστου σηκωστήκαμε πολύ νωρίς. Ακούσαμε ήχο αεροπλάνων. Ο πατέρας μου ήθελε να ακούσει τις ειδήσεις στο ραδιόφωνο. Ήταν μια αναμονή τρόμου, φοβόμασταν ότι οι Ε/κ θα έρθουν από στιγμή σε στιγμή”, διηγείται.

“Από εκείνη τη μέρα και μετά η ζωή άλλαξε… ήταν ένα τραύμα. Ένα μεγάλο τραύμα. Συνεχίσαμε να ζούμε στο χωριό, αλλά κανένας δεν ερχόταν εκεί, μέχρι το 1985”, αναφέρει.

Κι όμως μετά από όλα αυτά παραμένει αισιόδοξος. “Όλα αυτά τα έκανε μια μειοψηφία”, λέει και προσθέτει “ξέρω ότι η πλειοψηφία των Ε/κ είναι ειλικρινείς, όπως είμαστε και εμείς. Σκέφτομαι ότι μπορεί να υπάρξει ειρήνη ξανά στη χώρα μας”. Και αυτή η αισιοδοξία του και η πίστη του στους ανθρώπους είναι που στοιχειώνει το φασισμό.