Πανδημία υπερχρεώσεων



Του Κωνσταντίνου Ζαχαρίου

Η πανδημία των υπερχρεώσεων από τις τράπεζες συνεχίζεται και εν μέσω κορονοϊού και μάλιστα με αναβαθμισμένη μορφή, αφού η κυβέρνηση φρόντισε να τη συνδυάσει με κρατική επιδότηση. Όπως επιβεβαιώνεται μέσα από τα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας, το μέτρο της επιδότησης του επιτοκίου νέων στεγαστικών και επιχειρηματικών δανείων σχεδιάστηκε με τρόπο ώστε οι τράπεζες να αυξήσουν τα επιτόκιά τους και να μετατρέψουν την επιδότηση σε υπερκέρδη, σε βάρος των δανειοληπτών. Συγκεκριμένα, ενώ σήμερα ο μέσος όρος του επιτοκίου στα νέα στεγαστικά δάνεια είναι 2,09%, η κυβέρνηση έβαλε ρήτρα στο σχέδιο επιδότησης του επιτοκίου, η οποία επιτρέπει στις τράπεζες να το αυξήσουν μέχρι το 2,30%. Επίσης, ενώ σήμερα ο μέσος όρος του επιτοκίου στα νέα επιχειρηματικά δάνεια είναι 3,1%, η κυβέρνηση έβαλε ρήτρα η οποία επιτρέπει στις τράπεζες να το αυξήσουν μέχρι το 4,25%. Και φυσικά οι τράπεζες δεν έχασαν την ευκαιρία. Ενδεικτική είναι η περίπτωση την οποία αποκάλυψε η εφημερίδα μας με τον δανειολήπτη ο οποίος ζήτησε δύο προσφορές από την ίδια τράπεζα, μία μέσω του κανονικού σχεδίου της τράπεζας και μία μέσω του σχεδίου με επιδότηση του επιτοκίου. Στην προσφορά για το δάνειο μέσω του κανονικού σχεδίου το αρχικό επιτόκιο είναι 1,95%, ενώ στην προσφορά για το δάνειο με κρατική επιδότηση είναι 2,25%. Επίσης, στο κανονικό δάνειο το επιτόκιο για την υπόλοιπη περίοδο μετά τα πρώτα δύο χρόνια είναι 2,2%, ενώ στο δάνειο με κρατική επιδότηση είναι 2,39%. Ακόμη, στο κανονικό δάνειο το Συνολικό Ετήσιο Ποσοστό Επιβάρυνσης (ΣΕΠΕ) είναι 2,65%, ενώ στο δάνειο με κρατική επιδότηση είναι 2,94%. Και στις δύο περιπτώσεις τα δεδομένα είναι ακριβώς τα ίδια (ίδιο ποσό, ίδια περίοδος αποπληρωμής, ίδιος δανειολήπτης). Το μόνο διαφορετικό στοιχείο είναι ότι στη δεύτερη περίπτωση το επιτόκιο επιδοτείται από το κράτος. Δηλαδή είναι μια νομότυπη υπερχρέωση με την οποία οι τράπεζες τσεπώνουν την επιδότηση, αντί να την επωφελούνται οι δανειολήπτες.

Την ίδια ώρα συνεχίζονται οι υπερχρεώσεις των τραπεζών σε σειρά άλλων θεμάτων. Μάλιστα για το θέμα υπήρξαν πολύ έντονες αντιδράσεις το προηγούμενο διάστημα, οι οποίες υποχρέωσαν τον Υπουργό Οικονομικών να δεσμευτεί ενώπιον της Επιτροπής Θεσμών της Βουλής ότι θα προχωρούσε στην έκδοση διατάγματος. Η συνεδρία της  Επιτροπής Θεσμών πραγματοποιήθηκε στις αρχές Μαρτίου και ο Υπουργός Οικονομικών είχε διαβεβαιώσει ότι το διάταγμα θα εκδίδετο εντός μιας εβδομάδας ή/και ενωρίτερα. Έκτοτε πέρασαν 18 εβδομάδες και εκδόθηκαν δεκάδες διατάγματα, αλλά κανένα απ’ αυτά δεν αφορά τις υπερχρεώσεις των τραπεζών.

Η στάση της κυβέρνησης αποτελεί συνειδητή επιλογή. Εξάλλου μπορούσε, αντί του σχεδίου της επιδότησης του επιτοκίου, να εφαρμόσει την πρόταση των κομμάτων της αντιπολίτευσης, η οποία προνοούσε αυξημένη απευθείας χορηγία στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Αυτό θα ήταν πιο αποδοτικό και μάλιστα θα επωφελούνταν περισσότεροι, αφού το σχέδιο της επιδότησης του επιτοκίου αφορά μόνο όσους μπορούν να εξασφαλίσουν δάνεια από τις τράπεζες. Ωστόσο η κυβέρνηση επέλεξε συνειδητά να στηρίξει ξανά τις τράπεζες αντί την πραγματική οικονομία, που είναι τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.