Τα άνθη του κακού

211

 

Της

Ανθής Ερμογένους

 

Πλατεία Αγίας Ειρήνης, κέντρο Αθήνας. Πλήρης κόσμου απ’ τις 10 το πρωί. Μεσάνυχτα αδειάζει. Μεταξύ μεσάνυχτα και 10 είναι λίγοι. Στο προαύλιο. Με υπνόσακους. Ντυμένοι όσο πιο βαριά μπορούν. Κατέβαινα κάθε πρωί στις 9 να πάρω καφέ. Μόλις άκουγαν την πρώτη κίνηση έφευγαν. Ένας καθυστερούσε. Μια καφετέρια τού έδινε καφέ. Δεύτερο πρωί που τον έκοψα, δεν δούλευε ο υπάλληλος που του έδινε καφέ. Κοίταξε μέσα. Του λέω «δεν δουλεύει σήμερα». «Θες καφέ;». Χαμογέλασε σχεδόν περιφρονητικά. Έτσι περιφρονητικά χαμογελάνε οι απόκληροι. Παράγγειλα. Ξένος, δεν τον έπαιρναν σε δουλειές, κοιμόταν σε γήπεδα, εκείνος και ηρωινομανείς, το ξεκίνησε και εκείνος. Ζωή στον ενικό. Μέχρι την Κυριακή τού αγόραζα καφέ. Δευτέρα πριν φύγω πήγα να πάρω τον τελευταίο καφέ. Ήθελα να του πω καλή τύχη, να βρω αέρα να πω «προσπάθησε να κόψεις». Δεν ήταν εκεί. Ήταν η αστυνομία, μάζευε τις κουβέρτες του. Ρώτησα που είναι ο Αμίρ. Τον βρήκαν πεθαμένο. Είχε λάστιχο σφιγμένο στο μπράτσο. «Να καθαρίζουμε σιγά-σιγά», φωνάζει ένας κόπανος. Αμίρ σήμαινε πολύχρονος με ευημερία, είπε ο υπάλληλος που του ’δινε καφέ. Δεν έζησε ούτε πολύ ούτε καλά. Ήταν Δευτέρα. Που κανονικά πράγματα αρχίζουν.

Θυμήθηκα περιγραφές Αφγανού πως περίμεναν έξω από υπεραγορές και λαϊκές να πετάξουν κάτι που οι άλλοι σκάρταραν αλλά αυτοί θα τρώγανε. Όποτε κόσμος έφερνε κουβέρτες, ρούχα, τρόφιμα, «απεσταλμένες ομάδες» τα έκαιγαν στην παράδοση.

Σερμπετόσπιτο. Ζαχαροπλαστείο. Αριστερά στο ταμείο, η αυλή των ευχών. Κρεμασμένα χαρτάκια με διακαείς πόθους. «Θέλλω να μιλήσω Ελληνηκά πριν στο τέλλος του χρόνου». «…Ποιος»; Κοίταξε θυμωμένα. Νόμιζε είμαι ρατσίστρια. Απαντά απότομα να με κόψει. «Δεκαεφτάχρονος Μαροκινός. Ήρθε να βρει ζωή και ελπίζω να βρήκε». Με πήραν τα ζουμιά. Είδε που συγκινήθηκα, είπε πάρε κάτι να σε κεράσω. Έψαχνε σχολείο να τον δεχτεί. Είπε, όπου ζήσω θα σεβαστώ. Μάζευε διαφημιστικά ντελιβεράδικων, τους τα έφερνε να του τα διαβάζουν, να μάθει πώς διαβάζονται τα γράμματα και οι συνδυασμοί τους. Στις ταμπέλες στους δρόμους σταματούσε να διαβάσει. Κάποτε τον κερνούσαν καρυδόπιτα. Χάθηκε. Φοβούνται μην τον άρπαξαν οι γνωστοί πανίβλακες, τα χερουβείμ των ρατσιστών, αν τον βασάνισαν ή τον έδιωξαν. Θα προόδευε σ’ όποια κοινωνία τον αγκάλιαζε.

Η αποδημία δεν είναι μόλυνση. Ακόμα κι αν δεν έχεις καμιά ιδεολογική σχέση με τους μετανάστες, να νιώσεις πως ο αγώνας τους υπερβαίνει την ιδεολογία. Οι χώρες βάζουν κοινωνικά μποϊκοτάζ, παίζοντας στα ζάρια τη ζωή, την ευημερία τους. Που θα γινόταν παραγωγικότητα. Οι μετανάστες προσπαθούν να προσεγγίσουν την κουλτούρα μας. Στις αποθήκες της ιστορίας θέλω να φυλαχθεί ότι τους φερθήκαμε σωστά. Όσους πεθάναμε, πεθάναμε. Φτάνει με τα μαντρόσκυλα των συνόρων. Τους σερίφηδες που αλυχτούν για την «τάξη». Φτάνει το κυνήγι μαγισσών. Οι ιστορίες εγκλημάτων που προσπαθούν να πείσουν το φιλοθεάμον κοινό πως αυτοί μπορούν να δουν το κακό στους ξένους της χώρας, είναι ερμαφρόδιτες θεωρίες κόντρα στην εξίσου εγκληματικότητα των ντόπιων. Σ’ ένα ψηλό επίπεδο πολιτισμού θα καταλαβαίναμε πως κανένας δεν γίνεται αγρίμι αν τον χαϊδέψεις. Αν φιλιώσει με τις κοινωνίες, δεν είναι επιρρεπής στην εκτροπή. Εντάξει;

Πρόβλημα είναι οι κοινωνίες που στέρεψαν από αγάπη. Που φέρονται σαν να κρατούν καυτή πατάτα. Ταπεινώνοντάς τους. Έχει φασιστική αρχιτεκτονική όλο. Μου γυρνάνε τ’ άντερα που τους αφήνουμε έρμαιο στους μπάστακες της εθνοκαθαριότητας. Βαρώντας παλαμάκια στα ρατσιστικά σουαρέ.

Ο ρατσισμός φτιάχνεται από μίσος και ηλιθιότητα. Είναι το ρέκβιεμ της ανθρωπιάς.