Tα άνθη… του κακού



    Της Ανθής Ερµογένους

    Ο µικροαστός δεν ξέρω αν διεκδικούσε την ιδέα της αγάπης ή ζει στο πλαίσιο του πατέρα. Αναπόδραστος απ’ το σχήµα. Απ’ τα µικράτα του αποστολή: να γίνει ο προκοµµένος γιος. Ζει φαντασίωση επανάστασης, θα τα τινάξει όλα, θα πάρει αγρόκτηµα, θα ζήσει µε τον έρωτα, θα εγκαταλείψει την καλή δουλειά, θα κάνει το χόµπι επάγγελµα. ∆εν θα. Ασήκωτη απόφαση να γκρεµίσεις µικροαστικά τείχη. Συνεχίζει σαν µάνα µε επιλόχεια. Αναγέννησε το σχήµα, το βαφτίζει επιτυχηµένες επιλογές, παρουσιάζεται ευτυχής. Συνεχίζει να συναναστρέφεται µε µπουρζουάδες, αυτούς που θέλει να µοιάζει. ∆εν πέρασε από φοιτητικές παρατάξεις. Κάπου στα 30 θυµάται και πλασάρεται σαν πολίτικλι ενδιαφερόµενος. Έχει πρεστίζ να σε χαιρετάνε βουλευτές. Τώρα που µεγάλωσε περιφρονεί όποιον δεν αγόρασε σπίτι ή έχει Mazda του 2004, δεν βρίσκει γι’ αυτό δικαιολογία, αναµασά «όποιος θέλει µπορεί». Κάνει τραπέζια µε κέιτεριγκ, λέει στη γυναίκα να καλέσουµε τους σαν εµάς καµωµένους. Έπειτα πάει µε νεόπλουτους στα τοπικά µπουζούκια, απαραιτήτως πρώτο τραπέζι, τον «κλειδώνουν» τα µπας-κλας. Βρέχει λαρύγγι µε ελίτ µπουκάλι, όχι σαµπάνιες, παίζει τόσο-όσο τον απλό άνθρωπο -αυτοί θα τον θαυµάσουν- λαδώνει έντερο µε µεγάλα πλάτερ, όχι τα φτηνά. Υπάρχουν πλουσιότεροί του, αυτούς επιλέγει ως κύκλο, οι καλές γνωριµίες σε πάνε ψηλά. Ντύνεται σαν αυτούς, να περνιέται τέτοιος στους έξω παρατηρητές, έπειτα γλείφει όσα ξερνάνε. Ο Μπουνιουέλ τον είπε επιλοχία. Ούτε λοχίας ούτε λοχαγός. Σκληραφέντης κατωτέρων, υποτακτικός ανωτέρων. Μεσοηγεµονίες.

    Ερωτοτροπεί µε τη γυναίκα µιµητικά, την περιφέρει στις συγκεντρώσεις ονοµάζοντάς την «ήρωά» του. Μικραφήγηση υποστηρικτικού ρόλου, αναγνωρίζοντας ενοχικά τις ανοχές της. Ενθάρρυνση να συνεχίσει στο βολικό σχήµα, ασορτί κοινωνικών προδιαγραφών. Αυτή πρέπει να έχει προκοµµένη δουλειά, κυρίως στο δηµόσιο, οπωσδήποτε όχι ηγετικό ρόλο ή αναζητήσεις. Παρόµοια εγκλωβισµένη. Έπειτα περφόρµανς ευτυχίας. Περνάµε καλά στα καµαρίνια και αυτό βγαίνει προς τα έξω. Κατά φαντασίαν ευτυχισµένοι.

    άνθη

    Η ιδεολογία του ίδια µε των ενσωµατωµένων, δεν αλλάζει παύλα, ούτε τελεία, συνθηµατολογεί, δεν αµφισβητεί, δεν έχει απορίες. Μικροαστός ίσον µοιραία άβουλος. Ψηφίζει στελέχη και φερόµενα φαβορί στις εκλογές, φαντασιώνεται είσοδο στην κεντρική ή έστω πολλούς γνωστούς εκεί, τους ονοµάζει «πολύ φίλους του». Καταφέρνει να έχει στον κύκλο του τελικά µόνο δευτεροκλασάτες παρατρεχάµενες γλίτσες, τις νοµίζει για σηµαντικές προσωπικότητες ή κλειδί εισόδου.

    Ο οπορτουνιστής µικροαστός, αν του προταθεί θέση στο ψηφοδέλτιο άλλου κόµµατος, ίσως θεωρήσει τον εαυτό µεγαλειώδη. Βρίσκει προκαταβολικές δικαιολογίες για το κόµµα που δεν αναγνώρισε την ανερχόµενη προσωπικότητά του, που ξέρει τόσο κόσµο, που αν τον περιλάµβαναν, να δείτε πώς θα τα έβαζε όλα σε τάξη. Τους ανθρώπους τους µετρά µε τους κανόνες. Ο µικροαστός είναι ο δικός µου εξόριστος. Ο τρίτος ενικός της παρατήρησης µε κάνει να χαµογελώ θλιµµένα. Πένθησε αδέξια έρωτες που δεν ταίριαζαν στη µεγάλη εικόνα, κρατά λάφυρα στις φαντασιώσεις. Κλείνει την πρόθεσή του να το ζούσε, µε σέλφι µε τη σπιτικιά προκοµµένη σύζυγο. Στην καταληκτική εκδοχή του στα 70, θα κάνει παραδοχές. Θα είναι αργά. Και το πιο απαρηγόρητο, ίσως ο ίδιος να είναι ακόµα ένα ηµι-κάτι.