Τα άνθη του κακού

155

Της Ανθής Ερµογένους

Έπαιρνα τον Θοδωρή που είναι ανθρωπολόγος, κοινωνιολόγος, να ρωτήσω τι σκατά έχει αυτός ο λαός στο κεφάλι του. ∆εκαεννέα κατακτητές, ελάχιστα χρόνια χωρίς υποταγή, φοβάµαι µη µάθαµε µε αφέντες. Η σπονδή όποιου µας κυριαρχεί, οι παράδοξες αγάπες µας µε εξουσιαστές. Παντού ένας στρατιώτης, ένας στρατηγός. Σουλτάνοι, Άγγλοι διοικητές ρυθµιστές µας, νεόκοπες εκδοχές. ∆ιαπραγµατευόµαστε όρους ζωής µε αρχηγούς. ∆ιοικητές «τακτοποιούν» απειθαρχίες.

Τιµωροί, γιουσουφάκια. Θα ήταν µια εξαιρετικά πειστική απάντηση, αλλά δεν µπορώ να πω µε σιγουριά αν είναι αυτό ή το σύνδροµο του βραστού βάτραχου. Ο βάτραχος προσαρµόζει θερµοκρασία. Αν τον ρίξεις σε καυτή κατσαρόλα, σε ξένη συνθήκη, αντανακλαστικά θα πεταχτεί έξω. Αν µπει σε νερό κρύο, µένει. Είναι γνωστή συνθήκη. Ανάβεις φωτιά σιγανά, ο βάτραχος προσαρµόζεται. Όταν το νερό κοχλάσει, έχει πια καταβεβληθεί µε την προσαρµογή, δεν πηδά έξω. Ψήνεται, πεθαίνει προσαρµοσµένος. ∆εν σκότωσε τον βάτραχο το βραστό νερό, αλλά η αναποφασιστικότητα να πηδήξει έξω την κατάλληλη στιγµή. Κατηγορήθηκε, είπε αστυνοµικό παλιόπαιδο επειδή της έκανε άσεµνη χειρονοµία (αυτή µε το τεντωµένο µεσαίο). Ζήτησε συνάντηση µε Αστυνοµικό ∆ιευθυντή Λεµεσού να καταγγείλει τον αστυνοµικό, τις διαδεδοµένες τους νοοτροπίες. «Θα πιστέψω τον αστυνοµικό µου». Σαφείς οι όροι και το πνεύµα της αστυνοµίας. Της αστυνοµίας, που ακόµα βγάζει πτώµατα από λίµνες, που κατήγγειλαν τις εξαφανίσεις πολίτες, αλλά είπαν οι αστυνοµικοί «διερευνούµε αλλιώς», τους πίστεψαν. Της αστυνοµίας, που της είχε καταγγείλει η Βιετναµέζα βιασµό από τον «Ορέστη», αλλά πίστεψαν αστυνοµικό τους ότι ερεύνησε. Πίστεψαν τον ένστολο «Ορέστη» ότι ήταν συναινετικό. Η στολή, ο τσαούσιης. Πότε αρχίσαµε να συµπαθούµε τον εξουσιαστή µας; Η στολή, το ράσο, ο Αρχιεπίσκοπος, το κοστούµι. ∆ηµαγωγοί, σταθεροποιητές στους όρους και τα όρια µεταξύ µας. ∆άσκαλος, διευθυντής, καναλάρχης, ό,τι άρχει. Οτιδήποτε φτιάχτηκε να µας φρονηµατίσει. Αγγλοσαξονικά ή οριεντάλ, δεν έχει σηµασία. Ξύλο στη µαθήτρια. Καλά να της κάνει, φούστα κοντή, ξέκωλο, σκατά η νεολαία, δώσ’ της κι άλλες. Εγκυκλοπαιδιστές που στοιβάζουν ψεγάδια κοινωνικής διάταξης από τσαούσιηδες και φιλόπονους, άλαλους εξουσιασµένους. Κακοποιηµένους ορθά. Για το καλό τους. «Η απόλυτη τάξη είναι επιθυµία θανάτου», λέει η Κάραλη. ∆έρνουµε οτιδήποτε προσπαθεί να βρει ταυτότητα. Τον έφηβο. Στρατιωτάκια όλοι, αλλιώς σκατά γενιά θα πουν, άναρχη. Τη γενιά που σουλούπωσαν, το δηµιούργηµά τους. Που σπουδάζει όλη, που αντιστέκεται, που βράζει το αίµα της, που θα τα περάσει και αυτά. Τους λέµε άχρηστους. Τους λεν οι εκπαιδευτικοί. Εκπαιδευτικοί που στηρίξαµε. Όσο περίµενες κόλαφο κριτικής, να γίνει κακός χαµός µε το χαστούκι, καιροφυλακτήσαµε να ανοίξουµε µπάµπουσκες εξουσιαστικές. Όσο ανοίγεις γενιές βρίσκεις νέο οµοίωµα εξουσιαστή, νέα κόπια ανδρείκελου. Του έδωσε πίσω φάπα στο χέρι. ∆εν του επέτρεψε. Σε κανέναν να µην επιτρέπει. «Γιατί µε δέρνεις, είσαι τίποτα µπαµπάς µου;» Μετάγγιση. Ο µπαµπάς, ο εξουσιαστής της, που δικαιούται. Έπειτα ο φίλος της.
Ο µικρός στους Τρούλους, οι εξουσιαστές του. Αθώα αστεία έφηβων, λέει ο κοινοτάρχης. Αθώα αστεία που τον εξουσίαζαν. Αθώα, που πέθανε εξουσιασµένος. Κοινοτάρχες, βρασµένοι βάτραχοι.

Μας έχεις Like στο Facebook ;