Τα Άνθη του Κακού

241

Της Ανθής Ερμογένους

Μάιος, µήνυµα στο messenger. Άγνωστη κοπέλα. Φωτογραφίες άδειο σπίτι, άδειο ψυγείο, σώµα µε µώλωπες, το τηλέφωνό της. Βοήθησέ µε. ∆εν είµαι σε κάποια υπηρεσία. Απόµερο χωριό. Κοντινότερη πόλη, ενάµιση ώρα. Μας σκότωνε στο ξύλο, µας πέταξε έξω τελικά µε τη µικρή, βρεθήκαµε στο δρόµο. ∆ιαταραγµένος, περάσαµε δύσκολα. Καθάριζα σπίτια, δεν ξέρω κάτι άλλο, δεν έβγαλα δηµοτικό. Ενηµέρωνα το Ευηµερίας για τη βία, δεν έκαναν κάτι, αλλά λέω θα µε ξέρουν. Να µας βάλουν κάπου. Με παρακάλια µας έβαλαν σε διαµέρισµα, υποσχέθηκαν εξοπλισµό, ρεύµα, νοίκι µέχρι να ξαναβρώ δουλειές. Μικρή περιοχή, απόµακρη, δεν βρίσκεις. Η µικρή νιώθει εξευτελισµένη, βλάπτει τον εαυτό της. ∆εν πληρώνουν τελικά. Η ιδιοκτήτρια τα έχει ανάγκη, κάνει υποµονή αλλά µέχρι πότε;

Τσακώθηκα, έφτασε στην Υπουργό το θέµα. Να πάει στο επαρχιακό Πάφου για έκτακτο. Θέλουν και στήριξη, είπα. Ψυχολογική. Πάει στο Πάφου. Της έστειλα να ψωνίσει τρόφιµα και κατσαρόλα να µαγειρέψει µέχρι να ανταποκριθούν. ∆εν υπάγεσαι στο Πάφου αλλά Λευκωσία. ∆ανεικά, βενζίνη, Λευκωσία. Η κόρη µου θέλει στήριξη, αυτοτραυµατίζεται. Κοντινότερο το Πάφου, πήγαινε εκεί. Μπαλάκι. Κάθε µήνα. Έπαθε κρίσ, επιληψίας, εγκεφαλικό, νευρικό κλονισµό, δεν ξέρω. Με παίρνει. Νοσηλεύοµαι, έµεινε παράλυτη η µια πλευρά. Χρειάζοµαι φροντίστρια. Ενηµερώνω ξανά Γραφείο, Υπουργείο. Τίποτα.

Κάθε µήνα, κάθε µέρα επανάληψη. Κάθε µήνα µπαλάκι. Κάθε µήνα ζητιανεύει δουλειά, ψυχολόγο, νοίκι, φαΐ, πετσέτα να σκουπιστούν. Τρεις µέρες πήγαινε στο γραφείο από το χωριό. Λείπει το χαρτί ανεργίας. Νοσηλευόµουν, ξέρετε πως είµαι άνεργη. Όχι, το θέµα είναι διαδικαστικό. ∆ωσ’ την µου της λέω. Μου δίνει τη λειτουργό. Με αυτή δεν συνεννοούµουν, ό,τι κι αν ήταν η αναπηρία που έπαθε δεν µιλά πια καθαρά. Της είπα, «Να, πως παράγετε αυτοκτονίες» και έκλεισα. Ξέρουν τη βία, τη φτώχεια τους. Κανείς δεν ρώτησε γιατί είναι η κόρη εκεί δύο βδοµάδες αντί σχολείο. Φροντίζει τη µάνα να κινείται. Που θα χάσει τη χρονιά. Που έχει χαρακιές στα χέρια. Πού κοιµόταν η ανήλικη, όταν νοσηλευόταν η µάνα.

Είναι πολλά τα σουξέ του γραφείου, πολύς ο χαβάς του Υπουργείου που µας κοψοχολιάζουν. Ο Στυλιανός δεν ήταν η εξαίρεση. Τα δακτυλικά αποτυπώµατα του Γραφείου βρέθηκαν στο πτώµα του. Τα copyrights αυτοκτονιών, θανάτων, ψυχιατρικοποίησης, βίας, εξαφανίσεων, περιθωριοποίησης, εξαγωγής αµόρφωτων παιδιών, παραγωγής ευαλώτητας, τα έχει το Εργασίας και Οικονοµικών. Που δεν αναβάθµισαν την υπηρεσία, που δεν απαίτησαν διατακτικά κονδύλια, που δεν ψήφισαν προϋπολογισµούς που να περιέχουν κοινωνική πρόνοια.

Προφάσεις διαδικασιών που δεν µπορούν να παρακαµφθούν, δεν µπορούν να είναι το ξόρκι του δηµοσιοϋπαλληλικού happiness, της ανεπάρκειας και αδιαθεσίας να σώσουν ευάλωτους. Όταν µιλούν για διαδικασίες απαράκαµπτες, εκνευρίζουν όλους. Όσο overbooked και να είναι ένα diary, όσα χαρτιά κι αν δεν έφεραν, όταν άνθρωποι αυτοκτονούν, κρίνεστε αποτυχηµένοι. Το Γραφείο είναι ό,τι ήταν το Σαουθάµπτον για τον Τιτανικό, αφετηρία τέλους. Το επινόησαν σαν σωτηρία οι απελπισµένοι άνθρωποι, τους επινόησε για παξιµαδοκλέφτρες. Σαν τέτοιους τους αντιµετωπίζει. Αποκτούν νέο αντίπαλο. Ζητιάνοι. ∆εσµευµένοι στις επαναλήψεις µιας άσχηµης ζωής.

Πέθαναν και πεθαίνουν κάθε µέρα πολλοί. Γιατί, Ζέτα µου, όλα τα χατίρια, τους τα άργησες πολύ.