Τα άνθη του κακού

    181

    Της
    Ανθής Ερμογένους

     

    Στις εξετάσεις τετραμήνων θάβεται η χαμένη ανηλικότητα παιδιών. Που ο καπιταλισμός αγωνιά να καταπιεί. Που πρέπει να εκπονήσουν μεγάλους όγκους ενηλικότητας. Που δεν τους αφήνουμε χρόνο για προσωπική αναζήτηση και αυτοσχεδιασμό. Που πρέπει να κυνηγήσουν νωρίς οικονομικές απολαβές και επαγγελματική αποκατάσταση. Αφαιρώντας τους τις πείρες που θα αποκτούσαν στη σωστή ώρα της διαδρομής. Μπλόφα που τα πείθει εν τέλει να θέλουν να ωριμάσουν, όχι για να πετύχουν, αλλά γιατί η ενηλικίωση θεωρούν ότι θα τους αποδεσμεύσει από όρους άλλων και θα προχωρήσουν σε προσωπικές επιλογές. Μάταιη προσδοκία, γιατί όταν μπουν στη ζώνη ενηλίκων, αρχίζει άμεσα νέο μοντέλο ευθυνών. Εγκλωβισμένα στις προσδοκίες του δίπολου σχολείο-γονιός. Μικρομεγάλα παιδιά. Που δεν απομύζησαν ζωή, μόνο ευθύνες αριστίδην βαριδιών. Στραγγίσαμε, ξεκοκαλίσαμε τις ζωές τους, με την υστερία της υπερωρίμανσής τους, την αταίριαστη με τις συναισθηματικές ανάγκες τους. Τα χάλια της κουλτούρας μας συνοψίζονται στην κοινοποίηση της σιωπής που πρέπει οι μαθητές να συνομολογήσουν. Σιωπή που θα κρύψει το χάσμα των απόψεων. Λες και εμείς ξέρουμε καλύτερα. Αντιλαμβάνεσαι τη νευρικότητα του λόγου του Υπουργείου που ξέρει ότι δεν έχει ακροαστεί την σε όρια κρίσης πανικού φωνή των μαθητών.

    Παιδιά σε μορφωτική καραντίνα που «δουλεύουν» περισσότερες ώρες από γονείς. Κακοποιημένη παιδικότητα. Παιδιά του καθήκοντος, σε κέρφιου αριστείας, εκτεθειμένα σε επίκριση, σε αστυνόμευση επίδοσης, στην υστερία τρίτων για διάκριση, για προαπαιτούμενο πρεστίζ διευθυντή, φορτωμένα με άγχος να ξοφλήσουν αποτίμηση, που φορτώνονται αναξιοσύνη αν δεν πάρουν Α και 20, παιδιά σε μόνιμο πρωταθλητισμό, με το εκκρεμές του λούζερ αν δεν πιάσουν το ολυμπιακό όριο. Που πουσάρονται στην ενοχικότητα, την κατάθλιψη, ρομποτοποιημένα για ενήλικους στόχους, εξοστρακισμένα από τις προσωπικές κλίσεις τους, εξαναγκασμένα σε πρόωρη κόπωση. Παιδιά επιφορτισμένα να ικανοποιήσουν τις προσδοκίες της κοινωνίας και των γονιών, αντί αντίθετα. Που φροντίζουν αντί να φροντίζονται. Αυτή η δεσποτική και δυσφορική παιδεία δεν μπορεί να είναι όραμα των κοινωνιών.

    Αν δεν βλέπεις την ομοιότητα του σχήματος με την παιδική εργασία, κάτι δεν αντιλαμβάνεσαι. Η αντίληψή μας για συλλογικότητα αφορά τελικά την ένταξή μας σε ελιτίστικες συλλογικότητες και σέχτες αριστούχων, επιτυχημένων επαγγελματικά. Γονείς και υπουργεία βάζουν finance ζωές παιδιών. Ζωές υποθηκευμένες. Απαιτητικά περικυκλωμένες να αποπληρώσουν. Να εκτονώνουν τα γονεϊκά και κοινωνικά απωθημένα, να αποκαταστήσουν τα δικά τους αισθήματα κατωτερότητας, το τραύμα της ανακλητικής τους κατάθλιψης επειδή δεν ξεχώρισαν οι ίδιοι. Υπεροπτικοί, σαν μέσοι κομπλεξικοί, χρησιμοποιούν τα παιδιά για τη ναρκισσιστική τους βεβαίωση. Στην ανάγκη ένταξης με όρους καπιταλισμού έχουμε παρακάμψει την προκοπή της ελευθερίας μας.

    Το αποκωδικοποίησε ωραία ο Αντώνης ο Ανδρουλιδάκης:

    «Μιλώ για μια κοινωνία που τη βλέπω να προσπαθεί με το στανιό να χωρέσει μέσα στα βαφτιστικά ρουχαλάκια που της κάνανε δώρο οι νονοί της “ανεξαρτησίας” της. Ανυποψίαστη για τη δική της ανάγκη για “ευρυχωρία” και φαρδιά μανίκια, βιάστηκε -κυριολεκτικά- να ντυθεί στα στενά. Ενηλικιώνονται άραγε οι κοινωνίες; Περνούν κι αυτές, κατά κάποιο τρόπο, τα στάδια ψυχικής ανάπτυξης από τα οποία διέρχεται και η ατομικότητα; Γεννιούνται, παίζουν σαν παιδιά, επαναστατούν σαν έφηβοι, “συμβιβάζονται” σαν μικροαστοί νοικοκυραίοι και στο τέλος φεύγουν, μη τολμώντας να ονοματίσουν καν το θάνατο τους;»