Τα άνθη του κακού



Η μάνα τους έτρωγε ξύλο. Ξύλο και κέρατο. Όλοι οι άντρες κερατώνουν, τις προίκιζε. Τις προίκιζε με αυτή τη γαμήλια υπαπαντή. Κι εκκολάπτεται μια κόρη που ζητά μια ανυπερθέτως παντρεμένη ζωή. Να είναι κυρία, να αναφέρει «high class» οικογένειες που έχουν παιδιά στο σχολείο της κόρης της. Να αυτοπροσωπογραφείται ότι ανήκει στη φάρα. Mix and match δούλας και κυράς. Μια το μήνα τρώνε στην καλύτερη ταβέρνα. Οικογενειακά. Είκοσι εννέα σφουγγαρίζει, ξεσκατίζει, σιδερώνει μέχρι και το σώβρακο. Πλακάκια λαμπίκο, τόσο που βλέπεις αντανάκλαση της πατούσας σου. Ζευγάρια καλούνται στο σπίτι τους. Στοές μασονικές κοινωνικής ορθογραφίας. Οικογενειακές οικογένειες. Σχεδόν αταξίδευτες. Μα μια το μήνα στην ακριβότερη ταβέρνα. Όχι σε εστιατόριο, ταβέρνα. Την ακριβότερη ωστόσο. Ταβέρνα, το πιο μακρύ ταξίδι μου εσύ.

Η μόνη ανιχνεύσιμη σχέση της με την κοινωνία είναι τα αποφόρια που προσφέρει στη μητρόπολη όταν ξεσκαρτάρει ντουλάπες. Νιώθει πως ενεργοποιείται στην κοινωνία. Και που ξέρει μια βουλευτίνα, ήταν στα παιδικά τους χρόνια γειτόνισσες. Όταν τηλεφωνεί της το σηκώνει. Είναι μια καταξίωση. Θα μεσολαβήσω να φύγουν τον κάδο από την είσοδό σας. Δεν μεσολάβησε, μα της απάντησε το τηλέφωνο. Ήταν μια καταξίωση. Ποιοι βουλευτές, μωρέ, μεσολαβούν για τέτοια; Πολλοί δεν μεσολαβούν για τα σοβαρά της κοινωνίας. Για εκείνη, αυτά είναι τα σοβαρά της κοινωνίας. Να αδειάζει η ντουλάπα της, να συγυρίζει. Συγυρισμένες ζωές, γυαλισμένες, να βλέπεις τον κάλλο αντανάκλαση, παιδί χαϊδεμένο, παιδί στο σχολείο των high class. Έχει πια παιδί και άντρα, δημογραφικά ορθογραφημένη, ξόφλησε συνδρομή. Λέω στο παιδί, έλα μαζί να ψηφίσουμε, της λέω θα την πάρω παιχνιδότοπο μετά. Στο δρόμο εξηγώ στο παιδί για οικονομία. Ή πως πρέπει να είναι τα κράτη ανθρώπινα. Λέω για τα μαύρα παιδάκια.

83082424 2957801400897624 6553260073739616256 n

Η μικρή ξινίζει μούτρα όταν στέκονται μαύρα παιδιά κοντά, λες και βρήκε τρίχα στο πιάτο της. Ξέχασε η μαμά να της μιλήσει.

Περάσαμε πολλά μαζί μέχρι να αποκατασταθεί. Κρατούσα την παλιά εικόνα μας για να κρατήσω την αγάπη. Σε θαυμάζει για τις δικαιωμένες προοπτικές σου, τη θαυμάζεις που δεν κοιμάται μόνη της. Ποιοι ζουν καλύτερα, η οικογενειακή οικογένεια ή εσύ; Δεν ξέρω ποια πήρε τον πιο ευτυχισμένο δρόμο, όταν μετρώ σε μονάδες μοναξιάς, νομίζω αυτή. Μετρώ πτυχία σε κορνίζες στο πάτωμα, μετρά φωτογραφίες γάμου, βάφτισης, κρεμασμένες, στοιχισμένες, με διαστροφική προβλεψιμότητα, εντούτοις κρεμασμένες. Κατάθλιψη. Σπίτι, καναπές, σκεπασμένη μέχρι τη μύτη, αν ανέπνεα θα έχωνα και τη χωρίστρα των μαλλιών μου κάτω από το ριχτάρι. Ρίχτερ. Σηκώνομαι κάποια στιγμή. Σκουντουφλώ στο ξεστημένο δυο βδομάδες δέντρο που δεν φτάνω να βάλω στο πατάρι. Την βρίζω που μου θυμίζει τι μου λείπει. Με βρίζει που της θυμίζω την ωρολόγια καραντίνα της.

83468765 808593342938314 8662122353611767808 n

Στη ρεαλιστική βερσιόν του κυριλάτου της, η μέρα των εκλογών για το μέλλον τους, που δεν ήξερε ούτε ονόματα υποψηφίων. Και ψήφισε εκείνην που απαντά τηλέφωνα. Και έναν που της είπα. Είμαι το κομμάτι του παζλ που της λείπει για να συμπληρώνει. Είμαι η δική της μοναξιά όταν μετρά απόντες από συλλογικότητες άνω των δύο. Δεν την απαξιώνω, δεν με απαξιώνει. Όταν ζυγιστούμε, ο καθένας θα κουβαλήσει τη διάχυση της ταυτότητάς του. Και οι δύο κουβαλάμε μια μοναξιά και ένα άθροισμα. Ή την ανάγκη του.