Tα άνθη… του κακού

80

Της Ανθής Ερμογένους

-Δεν ήθελα Ανθή, δεν ήθελα.

Η Μαρία, κολλητή απ’ το σχολείο, σέξι όσο δεν πάει.

Είχε τα πιο καυτά ρούχα, όποτε έχουμε έξοδο καταφεύγουμε στην γκαρνταρόμπα της. Ντυνόταν σέξι, ήταν η πιο χέστης απ’ όλες μας με τους άντρες. Έζησε δύο μεγάλες σχέσεις, ούτε μία μικρή, ούτ’ ένα one night stand, φλέρταρε αρκετά, δεν καθόταν σε κανέναν. Αν καθόταν, δεν αλλάζει κάτι, φτάνει να ’ταν αποκλειστική της επιλογή.

Ζούσαμε ξέφρενα, βγαίναμε, χορεύαμε, φορούσαμε λαμέ και εξώπλατα, κεραστήκαμε βαρέλια σφηνάκια, τα κατεβάσαμε ασνομπάριστα. Είσαι τώρα ηλίθιος που λες, «δίνατε δικαιώματα». Τι δικαίωμα ηλίθιε; Να βιάσεις αν δεν γουστάρω; Επειδή σ’ αναστάτωσα στα τσιφτετέλια; Και αφού στρίνιασες σου χρωστώ κορμί με το ζόρι; Ακόμα κι αν έφτασα να κάθομαι μεσάνυχτα στον καναπέ σου ή φιλιόμαστε και τελικά δεν μου βγαίνει, μου βάζεις παλτουδάκι, λες: Σεβαστό, καληνύχτα. Δεν χλαπακιάζεις το κορμί μου, δεν λες στους κολλητούς τα τραβούσε ο κώλος της.

Βγήκαμε με παλιούς συμφοιτητές μου. Προσπαθούσα καιρό να της κάνω κατάσταση με τον Νικολή που ήταν γλυκούλης, τζέντλεμαν, ήξερα τους γονείς του που ήταν παλιά καθηγητές μου -καλή οικογένεια- που τέλειωνε finance, είχε στόχους, ήταν καθαρός, ατσαλάκωτος, σένιος. Βιτρινάκι. Μ’ έπρηζε καιρό για τη Μαρία, κάποτε μιλούσαν, αγνόησα τα σημάδια, που όταν δεν του απαντούσε έβγαζε εκνευρισμό. Που μια φορά είπε, «άντε μην πω τίποτα γι’ αυτήν που μου κουνιέται και μετά το παίζει παρθένα». Αντί να θυμώσω με τον Νικολή, είπα φταίχτρα τη Μαρία, που του δίνει σήμα και μετά τραβιέται. Δεν σκέφτηκα πως κάτι την τραβούσε πίσω απ’ το καλό πακέτο.

Έφυγε μαζί του νωρίς απ’ το μπαρ. Φασώθηκαν. Δεν της έβγαινε. Πήγε να φύγει πριν βγουν ρούχα. Τη φώναζε πουτάνα και έχωσε τη γλώσσα του στο στόμα της. Έγινε αγρίμι, του έχωσε χαστούκι, έτρεξε. Με ξύπνησε αξημέρωτα να την μαζέψω απ’ το δρόμο.

-Δεν ήθελα ρε Ανθή, δεν ήθελα.

Την επόμενη ήξερε η παρέα. Τους έστειλε μήνυμα: «Απόψε φόρτωσα». Αντικειμενοποίησε τη Μαρία. Αυτά δεν είναι ακίνδυνες φράσεις.

Καριόλα η φίλη σου, τον καύλωσε και δεν του έκατσε. Άκουγα πατριαρχικούς αντίλαλους ώρα. Νταχτιριντίζανε τον Νικολή. Έδωσε δικαίωμα, όφειλε να γαμηθεί. Εξιλέωναν την ιδρωτίλα της τεστοστερόνης του που δέχθηκε πλήγμα, έχει άφεση η αντίδραση. Αποδόσεις εκ των προτέρων αποφασισμένες. Λες κι ο κόσμος νέμεται κάτι απ’ τον θρίαμβο της αθώωσης του βιαστή. Δεν ήταν στατιστικό λάθος απ’ την γενική κοινωνική αντίδραση. Πάντα συνθηκολογούμε αποσυνδέοντας τη βία, λουφάζοντας στο είχε δώσει δικαίωμα. Αρχικά δικαιολογούσα τη Μαρία. Ξύπνησα. «Βουλώστε το, ώς εδώ».

Μη σπαταλήσει ούτε μισή άλλη σταγόνα σάλιου ή μελανιού τούτη η σέχτα της αδελφότητας των θαυμαστών των φαλλοκρατών, μισογύνηδων επιβητόρων. Καμιά γυναίκα να μην παλέψει με λεκτικά φορτία και σκηνοθετημένες λέξεις δημοσιογράφων και δικαστών που εξοπλίζουν σεξισμούς. Που ιεραρχούν τη φυσική ανωτερότητα και εξουσία του ανδρός. Που η γυναίκα πρέπει να ’ναι άναρθρη βιολογική ύπαρξη. Δεν θέλουμε ρε άλλο να τ’ αφηγείστε με διαστρέβλωση. Αν δεν σου κάτσει είναι ψυχρή, αν δεν της κάτσει κύριος. Δεν υπάρχουν εγκλήματα τιμής ούτε πάθους.

Ήρθε ο Νικολής, τα σημάδια απ’ το δέρμα της Μαρίας, ακόμα μεσ’ τα νύχια του. Αναμασούσε τα ίδια. Οριστική κοινωνική εξήγηση το «έδωσε δικαιώματα».

Δεν τον ήθελε κόσμε. Τέλος.

Δεν θα σε βάλουμε τροχονόμο στο βρακί μας.

Μας έχεις Like στο Facebook ;