τα άνθη του κακού



Της Ανθής Ερμογένους

Η στολή ως αξεσουάρ επιβολής, καταστολής, αυτόματης και ασυλλόγιστης συμμόρφωσης και υποταγής, ως ένδυμα ενός κοινωνικού ρόλου που μπορεί να βγάλει τον χειρότερο εαυτό του ανθρώπου από τη μια, τον πιο τρομαγμένο στην άλλη. Η στολή για εκατοντάδες χρόνια είναι συνήθως σήμα αναγνωριστικό του κακού της Ιστορίας. Από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης ώς τον τσαούσσιη, από τον φύλακα κρατητηρίων ώς τον στρατιώτη στη Συρία, ως ο απέναντι, οφείλεις να ακούς και να υποτάσσεσαι σαν ρομπότ μιας αφοσιωμένης διαδικασίας. Ο ένστολος θα στο πει «σεβασμό». Ο ρασοφόρος «ηθική». Όλοι όταν το εκτελούν έχουν εκείνο το προβληματικό αίσθημα υπερδιέγερσης. Αρκεί κανείς να παρακολουθήσει το “The Stanford prison experiment” του 1971, όπου είκοσι τέσσερα άτομα διαχωρίστηκαν σε ρόλους κρατουμένων και φρουρών σε φυλακές. Το πείραμα προοριζόταν να διαρκέσει κάποιες εβδομάδες, αλλά τα αποτελέσματα ήταν τόσο τρομακτικά που αναγκάστηκαν να το διακόψουν εντός λίγων ημερών. Τα άτομα που πήραν το ρόλο φρουρών έβγαλαν σε πολύ μικρό διάστημα έναν τερατώδη εαυτό, με αυταρχικούς ψυχολογικούς βασανισμούς απέναντι στους «κρατούμενους». Αντίστροφα, οι κρατούμενοι δέχονταν αναντίδραστα ό,τι τους επέβαλλαν. Αυτό το πείραμα έδειξε πόσο εύκολα υπαγορεύονται και πόσο επηρεάζουν οι νόρμες εξουσίας. Ο καθένας φορά τη στολή και εκτελεί το ρόλο. Φεύγει από την εξατομικευμένη βούληση και κινείται μέσα από την προγραμματισμένη εξουσιαστική ελευθερία που του έδωσε το σύστημα. Υπάρχουν, αντίστροφα, οι αντίστοιχες στολές υποταγής. Οι ριγέ των στρατοπέδων, αυτές του βαρυποινίτη, της καλόγριας, οι στολές μαθητών, του αθλητή, εκείνες δηλαδή που ορίζουν τη μάζα που θα εκτελεί και θα φέρεται πειθήνια ή τρομαγμένα σε δάσκαλους, δεσπότες, φύλακες, αστυνόμους, προπονητές. Όποιος αμφισβητήσει αποβάλλεται. Σε περίπτωση που αναρωτιέσαι, την ώρα που ρωτάς την κολλητή σου εάν είναι πολύ προκλητικό αυτό που φοράς, την ώρα που σου λέει ναι και εσύ πας και αλλάζεις, να ξέρεις ότι και εσύ στολή φοράς. Στολή ηθικής, στολή πειθαρχίας. Δεν απελευθερώνεσαι, δεν οικειοποιείσαι ταυτότητα, αυτοδιάθεση, ερωτισμό, δεν απενοχοποιείσαι από τις νόρμες. Η κοινωνία είναι διαμορφωμένη σε διοικητές και διοικούμενους, ενδιάμεσο δεν υπάρχει. Το σύστημα δεν αφήνει να υπάρξει. Η συνείδηση της εξουσίας του ένστολου κυριαρχεί στην ύπαρξή του. Ο ρόλος είναι επίκτητος. Είδα μια φορά τον αστυνομικό που με συνέλαβε και με μεταχειρίστηκε με νταηλίκι, σε ταβέρνα με την οικογένειά του χωρίς στολή. Οι ώμοι ήταν κατεβασμένοι, το στήθος ξεφούσκωτο, το φρύδι σε φυσιολογική θέση. Έσκυψε όταν πέρασα. Στη δουλειά ήταν σαφώς αλλιώς. Παλικάρι τον έλεγαν οι συνάδελφοι. Κάθε βίαιη πράξη αντιμετωπιζόταν σαν ευπραξία. Η πολιτεία αποδίδει στη ματσίλα του «ανδρεία». Άνδρας. Κάνετε τους συνειρμούς όταν μιλάμε για το πάτερν του ανδρός ως πρότυπο εξουσίας, επιβολής ηθικής, εν ολίγοις όταν λέμε κοινωνίες πατριαρχικές. Η στολή επισημαίνει. Λίγοι έχουν ξεφύγει από τη μόλα της. «Πήγες τυχαία και τον βρήκες στο φούρνο, πες μου;» Κάθε ερώτηση και μπουνιά. «Έχεις χάρη που είμαι καλός και προσπαθώ να σε κάνω κυρία». Σώμα δικό της κι αυτός πάτρωνός του, είμαι καλός επειδή προσπαθώ να σε κάνω κυρία, γι’ αυτό σε δέρνω, ανδραγαθώ. Αυτό που μεσολαβεί μεταξύ των φράσεων είναι η σύνδεση της στολής ως φορέας εξουσίας συστημικής που γεννοβολά πατριαρχία. Για αυτό, όταν ακούτε παπάς βίασε, παπάς έδειρε, μην μου σοκάρεστε