Τα άνθη του κακού…

Της Ανθής Ερμογένους

Ο Μιχάλης δεν ήρθε αμέσως μετά την εισβολή στη Λεμεσό. Έμεινε αρκετό καιρό στο χωριό, ώσπου δεν άντεξε τις πιέσεις που ασκούνταν από τους Τούρκους στρατιώτες και ήρθε σε μεταγενέστερη φάση.

Όταν ήδη οι υπόλοιποι πρόσφυγες έμεναν στους καταυλισμούς σε χωριά ελεύθερων περιοχών που αργότερα έγιναν συνοικισμοί. Εκείνο το διάστημα, ακόμα και ο κόσμος της Κύπρου, δεν ήταν απόλυτα ξεκάθαρος σε αισθήματα για τους πρόσφυγες. Πολλοί δεν ήθελαν να ενοικιάσουν τα σπίτια τους, άλλοι τους αντιμετώπιζαν σαν τριτοκοσμικούς, σαν φορτίο που ήρθε να πάρει τις δουλειές και θα δημιουργούσε υπερπληθυσμό στην πόλη τους κι από την άλλη, κόσμος που έδειξε ένα τεράστιο κύμα συμπαράστασης. Την ώρα που στήνονταν οι καταυλισμοί, εκατοντάδες εθελοντές επένδυαν χρόνο, κόπο, γνώσεις, να διδάσκουν στα παιδιά, να φέρνουν κουβέρτες, να στήνουν και να σερβίρουν συσσίτια, να δώσουν στέγη, να παίρνουν ένα καρβέλι ψωμί στις ξεσπιτωμένες οικογένειες. Περιγράφει τους μήνες που ήταν υπεύθυνος να σερβίρει συσσίτιο. «Έπεφτα σε γείτονές μου από το χωριό, κρατούσαν το μπουκάλι που τους βάζαμε λάδι, και το μπολ του ρυζιού, τους έχυνα παραπάνω από τη μεζούρα που έπρεπε».

Τα καλοκαίρια από τότε, λέει, είναι για αυτόν μια αόριστη μελαγχολία. «Τα πρώτα καλοκαίρια κτίζαμε σιγά-σιγά τα σπίτια μας στο Συνοικισμό. Απορροφηθήκαμε. Κτίζαμε ζωή από το μηδέν. Ερχόντουσαν βοήθειες από τα Ηνωμένα Έθνη, κάποια λεφτά για να κτίσουμε, το θέμα της επιστροφής από πάρεργο, σιγά-σιγά ξεθώριαζε, έγινε βεβαιότητα μονιμότητας». Μιλούσαμε για το σόι της οικογένειάς μου που έφυγαν για την Αυστραλία και την Αγγλία να βρουν μέλλον. Ειδικά στην Αγγλία, είχαν μια μεταχείριση υποστηρικτική οι Κύπριοι μετανάστες. Φτηνά νοίκια, επιλογή να αγοράσουν φτηνά στην πορεία τις κοινωνικές κατοικίες που ενοικίαζαν, δουλειές στα εργοστάσια, ένταξη στα σχολεία. Από προσωρινή λύση για να δουλέψουν λίγο και να γυρίσουν, αποδέχτηκαν τη ζωή εκεί και δεν μιλούσαν πια καθόλου για το Κυπριακό. Παράλογη ειρήνη.

Κάθε Αύγουστο, το νησί από τότε γεννούσε και νέα τραγωδία. Η Κύπρος του ήλιου δεν έζησε καλοκαίρι χωρίς καταστροφές. Πυρκαγιές, εκρήξεις, αεροπορικά, σπίτια που έκλειναν με θρήνο, ορφανά, ξεκληρισμούς, εκατόμβες. Τέτοιες μοίρες λαών δεν μπορούν να είναι πειστικές να τις αποδεχόμαστε για κανέναν. Συχνά αισθάνομαι πως οι Κύπριοι δεν κράτησαν τις σημειώσεις τους, γιατί τέτοιες παραδοχές θα αναστάτωναν ολόκληρη τη βολεμένη πια ζωή τους. Όποτε τύχει μια ανθρωπιστική κρίση, είμαστε οι πρώτοι που θα στείλουμε γιατρούς, πυροσβέστες, εφόδια. Εκεί. Για να τους κρατήσουμε εκεί. Έχουμε κοινωνική, αλλοεθνική αγοραφοβία. Με χιλιάδες εφευρήματα. Όταν ζεις με τις υπεκφυγές σου, η ιστορία θα σε ξαναφορτώσει. Θα παρέμβει να σε ξαναθυμίσει.

Αυτή τη φορά το κακό έσκασε σε απόσταση αναπνοής από κοντά μας, έφερε το βουητό εδώ για να μας θυμίσει πως ένα ενδεχόμενο νέο πένθος και ένας λαός, χωρίζονται από μια λεπτή κλωστή. Πως είμαστε όλοι στο εκκρεμές μιας κοινής πιθανότητας στην καταστροφή. Πως ίσως πρέπει να ξαναμετρήσουμε τα βιώματά μας και ποιες αρχές σήμαιναν κάποτε κάτι για εμάς. Να βρούμε τα αισθητήρια της ανθρωπιάς και της αλληλεγγύης. Να εντοπίζουμε τα στοιχεία του déjà vu, για να μη δεσμευτούμε κι άλλο στο κάρμα επαναλήψεων μαύρων καλοκαιριών. Ιδού ο Λίβανος, ιδού και το πήδημα.