Τα Άνθη του Κακού

Να μιλήσουμε για τον εκβιαστικό δεσμό του αρθρογράφου με τον όχλο στα μέσα δικτύωσης. Την ντε και καλά στάση να αναμοχλεύει ο αναγνώστης πρώτα σε ποιο «community» τάσσεται ο συντάκτης κάποιου κειμένου, ώστε να του αρέσει ό,τι δικό του διαβάσει ή να ξέρει να μην του αρέσει. Πόσες φορές για αυτό το λόγο, αντικατέστησε το ρεπερτόριο ένας κειμενογράφος, για να πηγαίνει με τα νερά του όχλου της εφημερίδας ή την «εμείς κρυφό καμάρι» ειδική ροή της; Ξέρετε; Τουλάχιστον μια το μήνα. Πόσες φορές φοβάται κάποιος να γράψει κάτι, επειδή αυτή τη φορά διαφέρει με όσα λέει το κοινό που συνήθως τον στηρίζει; Πόσες φορές υπέκυψε να επιδείξει συνέπεια στις ίδιες προσεγγίσεις, με την κατηγορία κόσμου με τον οποίο τον έχουν συνδέσει; Πώς έφτασε ο αρθρογράφος του σήμερα να φοβάται περισσότερο ιντερνετικές αντιδράσεις του όχλου παρά πολιτικών και κυβέρνησης; Εκεί βρισκόμαστε σήμερα. Όποιος συντάσσει και φοβάται να δυσαρεστήσει είναι σε λάθος επάγγελμα. Τα λόγια της δημόσιας γραφής σχηματίζουν τις πεποιθήσεις, διαμορφώνουν ακόμα και το κλίμα της εποχής, περισσότερο από τους πολιτικούς, περισσότερο και από τους καλύτερους της διανόησης της εποχής. Για αυτό λέμε πως κάθε κείμενο, έστω η πιο μεγάλη χαζομάρα που κυκλοφορεί, πρέπει να κουβαλά το βάρος της ποιότητας, ή της μη ποιότητάς της και να υπογράφεται. Το κείμενο πρέπει να έχει ονοματεπώνυμο συντάκτη. Ή έστω το σταθερό του ψευδώνυμο. Το θάρρος και την ευθύνη του. Έστω, ότι ισχύει πως η κοινή γνώμη έχει αλάνθαστο κριτήριο. Πρέπει να πάμε λίγο νωρίτερά της να δούμε τι διαμόρφωσε την κοινή γνώμη. Συνήθως είναι ένας καλά δομημένος λόγος που προηγήθηκε. Συχνά απλοϊκός, με τη μορφή μιας προσιτής θεωρίας. Ό,τι παρουσιάζεται για σωστό, πρέπει να φαίνεται και απλό. Όλα είναι ζήτημα ετικέτας που προσλαμβάνεται εύκολα. Επίσης είναι ένας λόγος που λέχθηκε με σιγουριά και κάποια έμφαση. Θυμάμαι έναν πολύ γνωστό δημοσιογράφο της τηλεόρασης των 90ies, κατά τα άλλα μέτριο μυαλό και αμφιβόλου ταξικής συνείδησης, ο οποίος στην κάθε φράση που έλεγε κτυπούσε το χέρι στο πόδι για να της δίνει αξία και βάρος αποφθέγματος. Αυτός, για χρόνια, ήταν μεγάλη περσόνα και ό,τι άρθρωνε, ή έγραφε, άκουγες να το αναμασούν την επόμενη μέρα σαν food for thought ο ένας κι ο άλλος, μέχρι που ο ένας με τον άλλο αθροίζονταν και η άποψη του δημοσιογράφου γινόταν άποψη της μάζας και η άποψη της μάζας είναι αυτό που ονομάζουμε κοινή γνώμη. Αν ως αρθρογράφος ξεθαρρέψεις και πεις άποψη πέραν της κοινής γνώμης, μπορείς να δημιουργήσεις νέα κοινή γνώμη. Οι αρθρογράφοι πρέπει να επανορθώσουμε την κατά καιρούς δειλία μας. Αυτή η δουλειά είναι δουλειά για ανθρώπους με γερά νεύρα. Στον τόπο και την εποχή που η αγνότητα των Μέσων αμφιβάλλεται, ο κειμενογράφος πρέπει να απεκδυθεί το κομπασμένο, το μαζεμένο ανθρωπάκι. Να σταματήσει να ρωτά τον όχλο: «Για ποιο πράγμα θες να ΜΗ μιλήσουμε, να μη γράψω». Φτάνει που ζει αυτή την τρομοκρατία από διευθυντές ομίλων, χορηγίες, κυβερνήσεις. Εάν ο κειμενογράφος ενδίδει και στο φόβο ότι θα πάψει να αρέσει και στον όχλο των σόσιαλ, έχουμε αυτοακρωτηριαστεί, ως ιδιότητα έχουμε τελειώσει και έχουμε γίνει κακομοίρικοι, να μας πενθολογήσουμε να τελειώνουμε.