Το χρόνο δεν τον μηδενίζεις…



Της Μαρίας Φράγκου

Είμαστε η ιστορία μας, οι μνήμες μας, τα λάθη μας και τα σωστά μας. Είμαστε αυτό που κουβαλάμε στον γενετικό μας κώδικα, όσες μεταλλάξεις κι αν έχει υποστεί στο διάβα του χρόνου.

Όσο και να θέλουμε να φανούμε άλλοι, δεν θα το καταφέρουμε ποτέ. Όσο κι αν προσπαθήσουμε να πείσουμε -τον εαυτό μας πρώτα και κύρια- για τα καλά μας και ποτέ για τα κακά μας, δεν θα πείσουμε.

Είμαστε αυτό που κουβαλάμε μέσα μας, λοιπόν. Είμαστε η ιστορία μας, με την ομορφιά της και την ασχήμια της… Αδύνατοι και αδύναμοι, πότε-πότε, αναζητούμε μια αγκαλιά, έναν καλό λόγο, για να μας δώσει μια μικρή, έστω, χαρά, ένα σημάδι αποδοχής, ενίοτε και φτερά για να πετάξουμε! Κι άλλοτε, ανίκητοι θαρρείς, νιώθουμε έτοιμοι να κατακτήσουμε τον κόσμο. Αλλά είμαστε εμείς. Πάντα εμείς. Και το χρόνο δεν τον μηδενίζεις… όπως δεν μηδενίζεις τη ζωή, για να πατήσεις μετά ένα κουμπί και να πάρει μπρος και πτου ξανά από την αρχή… Ο χρόνος δεν γνωρίζει από αισθήματα και συναισθήματα. Περνά και χτυπά αλύπητα. Σημασία έχει το ταξίδι να γίνεται με πανιά που θα τα φουσκώνει η δική σου ανάσα. Και το τιμόνι θα το κρατούν χέρια καθαρά, τα δικά σου χέρια. Που τίμια ίδρωσαν και απέδωσαν καρπούς. Και ήταν το παράσημό σου. Το τιμόνι θα το κρατούν χέρια που μάτωσαν μέχρι να δέσουν τα σχοινιά. Τα δικά σου χέρια, το δικό σου αίμα. Ο δικός σου τίτλος τιμής. Το χρόνο δεν τον μηδενίζεις. Ούτε τη ζωή τη μηδενίζεις για να πεις πως ξαναρχίζεις. Αυτό γίνεται στους στίχους, στα τραγούδια, γράφεται στα θεατρικά κείμενα και στα κινηματογραφικά σενάρια. Η πραγματικότητα είναι άλλη και απαιτεί συνέχεια από εκεί που έμεινες. Πέφτεις μια φορά και σηκώνεσαι περισσότερες. Γιατί προχωράς με τα σωστά και τα λάθη σου, τα προτερήματα και τα κουσούρια σου. Και όσο μακριά κι αν είναι ο στόχος, το όραμά σου, δεν αποθαρρύνεσαι. Γιατί τον βλέπεις. Γιατί ακουμπάς στον ίσκιο του, μυρίζεσαι τη μυρωδιά του, παίρνεις την πέτρα και την στύβεις, για να μη σκουντουφλήσεις πάνω της. Και παίρνεις το απόσταγμα της σοφίας των χρόνων και των κόπων σου και περιμένεις να φτάσεις στο τέρμα. Γιατί αλίμονο αν χαθείς στην πορεία. Γιατί «Αβάσταχτο είναι… πικρό είναι. Να σιμώνεις αργά το ακρογιάλι. Χωρίς να είσαι ναυαγός. Ούτε σωτήρας. Παρά ναυάγιο», κατά που έγραφε ο Μενέλαος Λουντέμης.