Το πραξικόπηµα δεν είναι αναφορά αδυναµίας

73

Του Γιώργου ∆εληγιάννη

Την άποψη ότι «τούτοι του ΑΚΕΛ αθθυµηθήκαν πάλε το πραξικόπηµα» την έχετε ακούσει και διαβάσει πολλές φορές και όποτε προκύψει ένταση στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό, ειδικά όταν αυτό βρίσκεται εν µέσω προεκλογικής.
Και οφείλω να οµολογήσω ότι κάποιες φορές (και όχι λίγες) πέρασε κι εµένα από τη σκέψη µου.

Η 15η Ιουλίου, όµως, δεν µπορεί και δεν πρέπει ποτέ να περιπέσει ως «επέτειος» σε ένα είδος ανυποληψίας επειδή για κάποιους είναι πλέον «γραφικό» ή είναι καταφύγιο κάποιων που δεν έχουν άλλα επιχειρήµατα.
Και οι λόγοι γι’ αυτό είναι προφανείς. Όµως για κάποιους (και νοµίζω έχουν γίνει πλέον µεγάλη µερίδα των πολιτών) έχει καταντήσει κάτι ανιαρό και ίσως αχρείαστο.

Και οι προφανείς αυτοί λόγοι αφορούν όχι µόνο τους «γραφικούς» αριστερούς του ΑΚΕΛ και όσους άλλους έζησαν και υπέστησαν όσα έκαναν οι ΕΟΚΑΒητατζήδες πριν από το πραξικόπηµα και όσα έγιναν από αυτούς τους θρασύδειλους τις πέντε µέρες που προηγήθηκαν της εισβολής, αλλά και τους ίδιους από την 20ή Ιουλίου και µετά.
Η παράθεση όλων αυτών των λόγων είναι περιττή, φτάνει κάποιος να γυρίσει το µάτι του προς το βορρά και θα τους δει όλους µαζεµένους (και το βράδυ φωταγωγηµένους µάλιστα) σε µία έκταση µερικών χιλιάδων τετραγωνικών µέτρων στα πλευρά του Πενταδάκτυλου.

Οι πράξεις εκείνες που προκάλεσαν όλα όσα ζούµε σήµερα, σχεδόν 50 χρόνια µετά, δεν µπορούν να έχουν το βάρος εκείνο που προσπαθούν κάποιοι να τους προσδώσουν, ή καλύτερα να τους αφαιρέσουν και (ας µου επιτραπεί ο αδόκιµος όρος) να τις ενιαιοποιούν µε την εισβολή µε τρόπο τέτοιο που να µη γίνεται ο ξεκάθαρος διαχωρισµός ότι οι πραξικοπηµατίες ΕΙΝΑΙ ο λόγος που έγινε η τουρκική εισβολή.

∆εν µπορεί να τους δίνεται το απαλλακτικό των δήθεν αφρόνων, παρασυρµένων, ανήξερων και ανίδεων που τους επέβαλαν κάποιοι να πιάσουν όπλα και να παίζουν τους νταήδες σε συγγενείς, συγχωριανούς και άλλους πολίτες τούτης της χώρας, οδηγώντας την σε «εµφύλιο σπαραγµό».

Σπαρακτικά ήταν µόνο τα κλάµατα όσων έχασαν τους δικούς τους από αυτούς τους προδότες και όσους έχασαν ανθρώπους, περιουσίες, ζωή και µέλλον πέντε µέρες µετά.

Σπαρακτικά ήταν τα κλάµατα της µάνας µου όταν το τζιπ έφερε τον πατέρα µου στο σπίτι στο Καϊµακλί µαύρο στο ξύλο και µε ξεσκισµένα ρούχα και έτρεχε να κρύψει τους δίσκους του Θεοδωράκη, µην και τους βρουν οι «παρασυρµένοι».
Αυτό το κλάµα, αυτή η οιµωγή έχει παραµείνει βαθιά χαρακιά στη µνήµη και στην ψυχή µου… Όπως η χαρακιά στο κορµί της Κύπρου. Μια πληγή που θα κλείσει µόνο αν επανενωθεί η Κύπρος.