Το σύστημα «γεννά» συνεχώς ΜΕΔ

19

Του Κωνσταντίνου Ζαχαρίου

Οι τράπεζες φορτώνουν με τη σέσουλα τόκους και χρεώσεις πάνω στα δάνεια των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων και μετά τα βαφτίζουν μη εξυπηρετούμενα.

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα στην Κύπρο χρεώνουν τους δανειολήπτες με επιτόκια πολύ πιο υψηλά από τις υπόλοιπες χώρες. Ενδεικτικά, στις επιχειρήσεις ο σύνθετος δείκτης του κόστους δανεισμού στα μακροπρόθεσμα δάνεια είναι 2,06%, σε σύγκριση με 1,47% στην ευρωζώνη.

Επίσης ο σύνθετος δείκτης στα νέα δάνεια είναι 3,24%, σε σύγκριση με 1,55% στην ευρωζώνη. Ακόμη η μέση χρέωση στα δάνεια μέχρι 1 εκατ. ευρώ είναι 3,52%, σε σύγκριση με 1,91% στην ευρωζώνη. Επιπρόσθετα η μέση χρέωση στα δάνεια μέχρι 0,25 εκατ. ευρώ είναι 3,71%, σε σύγκριση με 2,02% στην ευρωζώνη.

Επίσης, η μέση χρέωση σε ανακυκλούμενα δάνεια και όρια υπερανάληψης, πιστωτικές διευκολύνσεις και παρατεινόμενες πιστώσεις μέσω πιστωτικών καρτών είναι 3,55%, σε σύγκριση με 1,98% στην ευρωζώνη. Ακόμη, στα νοικοκυριά ο σύνθετος δείκτης του κόστους δανεισμού στα νέα δάνεια για αγορά κατοικίας είναι 2,09%, σε σύγκριση με 1,47% στην ευρωζώνη.

Δηλαδή τα νοικοκυριά στην Κύπρο πληρώνουν επιτόκια τα οποία είναι 62 μονάδες βάσης πιο υψηλά από τον μέσο όρο της ευρωζώνης, ενώ οι επιχειρήσεις πληρώνουν επιτόκια τα οποία είναι 169 μονάδες βάσης πιο υψηλά από τον μέσο όρο της ευρωζώνης.

Για παράδειγμα για ένα δάνειο ύψους 100 χιλ. ευρώ ένα νοικοκυριό στην Κύπρο πληρώνει κάθε χρόνο 620 ευρώ περισσότερα σε τόκους, σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ευρωζώνης, ενώ μια επιχείρηση πληρώνει 1.690 ευρώ περισσότερα. Δηλαδή πληρώνουν μία δόση περισσότερη το χρόνο, σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ευρωζώνης.

Εν τω μεταξύ τα στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου δείχνουν ότι τα δεδομένα είναι χειρότερα στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αφού πληρώνουν επιτόκια κατά 60 μονάδες βάσης πιο υψηλά σε σύγκριση με τις μεγάλες επιχειρήσεις.

Επίσης οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα στη χρηματοδότηση, αφού δεν μπορούν να εξασφαλίσουν νέα δάνεια ώστε να αυξήσουν τον κύκλο των εργασιών τους για να μπορέσουν να αποπληρώσουν τα χρέη τους. Ενδεικτικά την περίοδο Ιανουαρίου – Νοεμβρίου δόθηκαν καθαρά νέα δάνεια ύψους 1,72 δισ. ευρώ προς τις επιχειρήσεις, ωστόσο το 77,3% του ποσού πήγε στους πολύ μεγάλους αφού πρόκειται για δάνεια πέραν του 1 εκατ. ευρώ το καθένα.

Επίσης, οι μισθοί των εργαζομένων παραμένουν καθηλωμένοι στα επίπεδα της κρίσης, με αποτέλεσμα και τα νοικοκυριά να αδυνατούν να αποπληρώσουν τα χρέη τους.

Δηλαδή έχουμε ένα σύστημα το οποίο «γεννά» συνεχώς μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Και εάν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα, τα αποτελέσματα θα είναι τραγικά για όλους.