Τι είναι τα κοινά, πώς οικοδομούνται και ποια η σχέση τους με την πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων

Της Άννας Μισιαούλη

 

Εργαστήρι για την αφήγηση και την οπτικοποίηση των κοινών στις διεκδικήσεις για περιβαλλοντική δικαιοσύνη και για τις πιθανότητες του ψηφιακού τοπίου διοργάνωσε το Ερευνητικό Ίδρυμα του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, στο πλαίσιο του έργου Phygital με εισηγήτρια τη δρα Μαρία Χατζημιχαήλ.

Ήταν μόνο η αρχή, όταν μια πρωτοβουλία πολιτών κινήθηκε εναντίον της τροπολογίας που κατατέθηκε στη Βουλή με σκοπό να εισαγάγει τον «θαλάσσιο χώρο» στον ορισμό της ακίνητης περιουσίας. Η πρωτοβουλία αυτή των πολιτών έθεσε την έννοια των «κοινών» ως το κύριο πλαίσιο της καμπάνιας, συνδέοντας μια περιβαλλοντική εκστρατεία με την εθνική αφήγηση που επικεντρώνεται στην ανάγκη για κοινωνικές θυσίες για οικονομικά οφέλη και ανάπτυξη, εστιάζοντας με αυτό τον τρόπο σε θέματα περιβαλλοντικής και κοινωνικής δικαιοσύνης. Αναδεικνύονται με αυτό τον τρόπο δύο συνθήματα που εκφράζουν την αντίδραση, μέρους τουλάχιστον της κοινωνίας, απέναντι στις πολιτικές κοινωνικοποίησης των τραπεζικών ζημιών που οδήγησαν στην οικονομική κρίση: «Η κοινωνία δεν θα πληρώσει για την κρίση σας» και «τα κοινά δεν είναι δικά σας [της Κυβέρνησης] για να τα πουλήσετε».

Οι πιο πρόσφατες εξελίξεις σχετικά με το μέλλον της χερσονήσου του Ακάμα, μιας από τις τελευταίες περιοχές του νησιού που έχει ξεφύγει από τη ραγδαία τσιμεντοποίηση του νησιού της δεκαετίας του 1970 και του 1980, προκαλεί ένα μεγάλο, για τα δεδομένα της Κύπρου, κύμα διαμαρτυριών και παρεμβάσεων, ενώ πολυάριθμα νομοσχέδια προωθούνται, ώστε να διευκολυνθεί η ιδιωτικοποίηση του δημόσιου πλούτου και ιδιαίτερα του πλούτου κοντά στις ακτές και στη θάλασσα. Έτσι βλέπουμε μεγάλες αναπτύξεις να προωθούνται και να αδειοδοτούνται, παρά το ότι βρίσκονται σε καθεστώς οικολογικής και αρχαιολογικής προστασίας.

 

Η έννοια των κοινών

Τα κοινά, όπως επεσήμανε στο εργαστήρι η Δρ Χατζημιχαήλ, αναφέρονται στους συλλογικούς, φυσικούς και πολιτισμικούς πόρους που παράγουμε και / ή διαχειριζόμαστε από κοινού με συμμετοχικές πρακτικές. Συνήθως τα κοινά βρίσκονται σε μια ενδιάμεση κατάσταση μεταξύ του κρατικού και του ιδιωτικού, και συχνά είναι χωρίς νομικό καθεστώς, ιδιαίτερα στις χώρους του παγκόσμιου νότου όπου υπάρχει και η διττή αυτή αντίληψη. Ιστορικά μιλώντας, τα κοινά σχετίζονται με τις κοινές γαίες που χρησιμοποιούνταν από ακτήμονες, κάτι που τους έδινε πρόσβαση σε κοινούς πόρους, αναγκαίους για την επιβίωσή τους. Οι βίαιες περιφράξεις των κοινών γαιών, που πραγματοποιήθηκαν σε πολλές χώρες μεταξύ 16ου και 19ου αιώνα, θεωρούνται η απαρχή του καπιταλιστικού συστήματος και της έννοιας της ιδιωτικής περιουσίας, κάτι που οδήγησε στη σημερινή, πιο ατομικιστική κοινωνία. Οι φυσικοί πόροι, τα μέσα παραγωγής, η γνώση, ακόμα και οι λειτουργίες της ζωής που είναι κοινή ιδιοκτησία μιας κοινότητας, μετατρέπεται σε ατομική ή κρατική ιδιοκτησία με αποτέλεσμα η πρόσβαση σε όλη την κοινωνία να περιορίζεται, κάτι που συνδέεται άμεσα με θέματα κοινωνικής και περιβαλλοντικής δικαιοσύνης.

Στις δεκαετίες του 1970-1980 επανεκκίνησε μια συζήτηση γύρω από τα θέματα των κοινών, που εκφράστηκε με μια διπλή αντιφατική λειτουργία της έννοιάς τους. Από τη μια έχουμε τα προκαπιταλιστικά κοινά, η έννοια των οποίων είναι συμβατή με την καπιταλιστική συσσώρευση. Η Δρ Χατζημιχαήλ, για να εξηγήσει αυτή την έννοια, αναφέρθηκε στο άρθρο του Garrett Hardin «Η τραγωδία των κοινοτήτων» (1968), όπου αναλύεται η εξατομικευμένη συμπεριφορά εναντίον κοινών αγαθών. Κατά τον Hardin, όταν κάποια αγαθά δεν ανήκουν σε συγκεκριμένα άτομα αλλά σε όλους, η εκμετάλλευσή τους φέρνει εξατομικευμένα κέρδη και συλλογικές απώλειες, με αποτέλεσμα την εκμετάλλευσή τους από μεμονωμένα άτομα. Με το σλόγκαν ότι «η ελευθερία σε ένα κοινό συνεπάγεται με καταστροφή για όλους», ο Hardin προωθούσε την άποψη ότι τα κοινά αγαθά πρέπει να βρίσκονται κάτω από τον έλεγχο / διαχείριση του κράτους ή από ιδιωτικούς φορείς. Αποτέλεσμα αυτής της ανάλυσης είναι το επιχείρημα αυτό να χρησιμοποιείται εκτεταμένα μέχρι και σήμερα για να δικαιολογήσει την ιδιωτικοποίηση του δημόσιου πλούτου. Υπάρχει όμως και η σχολή σκέψης των αντικαπιταλιστικών κοινών, η οποία τονίζει την προοπτική της κοινωνικής πρακτικής, η οποία δημιουργεί τα κοινά για τη δημιουργία μιας ανατρεπτικής λογικής, η οποία έχει τη δυνατότητα για να θέσει τις βάσεις για τη δημιουργία μιας πιο δίκαιης (κοινωνικά και περιβαλλοντικά) κοινωνίας.

 

Οι αρχές των κοινών

Οι αρχές των κοινών εκφράζουν τη συλλογικότητα τόσο στην πρόσβαση, απόλαυση των κοινών, αλλά και την ευθύνη για τη φροντίδα και την υπεράσπισή τους, ώστε να κληροδοτηθούν στις επόμενες γενιές, τιμώντας με αυτό τον τρόπο την ανθρώπινη πτυχή της ύπαρξής μας. Χωρίς εξαίρεση, εξήγησε η Δρ Χατζημιχαήλ, «όλοι ανήκουμε στην κοινότητά μας και όλοι έχουμε ισότιμη συμμετοχή σε ό,τι συμβαίνει». Συνεπώς, αποτελεί ευθύνη η αναγνώριση και επανόρθωση των ανισοτήτων που έχουν δημιουργηθεί από τη σημερινή κοινωνία της αγοράς. Τα πράγματα που ανήκουν σε όλους μας πρέπει να καθορίζονται, να διεκδικούνται, να υπερασπίζονται, να προστατεύονται και να βελτιώνονται. Αυτό αποτελεί κοινή ευθύνη για τα κοινά, ώστε να κληροδοτηθούν στην επόμενη γενιά σε καλύτερη κατάσταση από ό,τι κληρονομήθηκαν. Είναι φόρος τιμής στην ανθρώπινη και μη υπόσταση, που δεν είναι μόνο άτομό και καταναλωτής, αλλά γείτονας, μέλος μιας κοινότητας, πολίτης και εμπειρογνώμονας του τόπου που ζούμε. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο, οι άνθρωποι που πλήττονται περισσότερο από κρίσιμες αποφάσεις πρέπει να συμπεριληφθούν στη διαδικασία της λήψης τους, υπογράμμισε η Μαρία Χατζημιχαήλ.

 

Τα κοινά δεν υπάρχουν, απλώς… τα δημιουργούμε

Ο στόχος της Μαρίας Χατζημιχαήλ, χρησιμοποιώντας τα λόγια της φεμινίστριας θεωρητικού Sylvias Federici, ήταν πρωτίστως να καταδείξει τις δυνατότητες των κοινοτικών σχέσεων, όχι μόνο ως εγγύηση επιβίωσης και αυξημένης δυνατότητας αντίστασης, αλλά κυρίως ως ένα μονοπάτι για να αποκτήσουμε την ικανότητα να αναγνωρίσουμε τον κόσμο γύρω μας -τη φύση, τους άλλους ανθρώπους, τον κόσμο των ζώων- ως πηγή πλούτου και γνώσης και όχι ως κίνδυνο. Για να επιτύχει αυτό το σκοπό και να εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο δημιουργούνται τα κοινά, αναφέρθηκε στους οικολογικούς αγώνες από το 2014 μέχρι σήμερα και την αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών.

Αναφέρθηκε στους αγώνες της οικολογικής κοινότητας και την αντίστασή της ενάντια στην ιδιωτικοποίηση του δημόσιου πλούτου που προωθείται μέσα από νομοθετικές τροποποιήσεις, καθώς και με την παράτυπη χορήγηση αδειών για την κατασκευή ιδιωτικών έργων, πάρα το σοβαρό, μακροπρόθεσμο και μη αναστρέψιμο αντίκτυπο σε περιοχές οικολογικής σημασίας. Χρησιμοποίησε παραδείγματα από δράσεις της «Πρωτοβουλίας για τη διάσωση των φυσικών ακτών» και της Ομάδας «ΟΧΙ στην καταστροφή της περιοχής “Λίμνη” στην Πάφο» που δημιουργήθηκαν το 2014 -και στη συνέχεια συνενώθηκαν κάτω από το όνομα της πρώτης- και που σήμερα αγωνίζονται για την προστασία του κυπριακού δικτύου προστατευόμενων περιοχών με σημαντική οικολογική, υδρολογική, γεωλογική και αρχαιολογική σημασία.

 

 

Επίκαιρα πέντε χρόνια μετά

Η Δρ Χατζημιχαήλ έφερε παραδείγματα από παλαιότερα δελτία Τύπου της Πρωτοβουλίας, για να αναδείξει την άμεση σύνδεση της ανάγκης για κατανόηση της σημασίας των κοινών από την κοινωνία, εάν θα απαιτήσει την προστασία τους. Η Πρωτοβουλία τον Νοέμβριο του 2014 σε δελτίο Τύπου της που τιτλοφορείτο «Το Υπουργείο Εσωτερικών προωθεί ένα “αναπτυξιακό” καθεστώς εκτάκτου ανάγκης, με πρόσχημα το “δημόσιο συμφέρον” και την οικονομική κρίση», τόνιζε απερίφραστα ότι «η κυβέρνηση προσπαθεί να κοινωνικοποιήσει τη ζημιά και να ιδιωτικοποιήσει το κέρδος εις βάρος τόσο της κοινωνίας όσο και του περιβάλλοντος» μέσα μάλιστα από μια «αναπτυξιακή λογική και πρακτική» που ήταν η ίδια που «οδήγησε την οικονομία και την κοινωνία σε κατάρρευση» και που ακόμα χειρότερα ερχόταν «να θεσπίσει νέο νομοθετικό πλαίσιο για το ξεπούλημα κρατικής γης και ιδιαίτερα θαλάσσιων, παραθαλάσσιων ή και δασικών περιοχών». Ταυτόχρονα, επεσήμανε ότι «οι αποκρατικοποιήσεις της γης, των δασών, των παραλιών, της ακτογραμμής και της θάλασσας δεν νομιμοποιούνται ηθικά, ούτε και αν αυτές γίνονται στο βωμό του δημόσιου χρέους», ιδιαίτερα «σε μια στιγμή που όλοι παραδέχονται ότι η κρίση προκλήθηκε από τις δυνάμεις της αγοράς και κυρίως από τις ιδιωτικές τράπεζες και τις μεγάλες επιχειρήσεις, με προεξάρχον παράδειγμα τις εταιρείες ανάπτυξης γης, οι οποίες έρχονται να οικειοποιηθούν τα κοινά, με πρόσχημα την αποπληρωμή τού -κατά τα άλλα- δημόσιου χρέους που οι ίδιες δημιούργησαν».

Το δελτίο Τύπου της «Πρωτοβουλίας για τη Διάσωση των Φυσικών Ακτών» πέντε χρόνια μετά εξακολουθεί να είναι επίκαιρο, ίσως πιο επίκαιρο από ποτέ με τα όσα σε καθημερινή βάση βλέπουν το φως της δημοσιότητας όσον αφορά σε αδειοδοτήσεις ή ακόμα χειρότερα νομιμοποιήσεις αναπτύξεων όσων συνέβαλαν, σύμφωνα με την κοινή παραδοχή, στη φούσκα των ακινήτων που οδήγησε μαζί με τις τράπεζες στην οικονομική κρίση, της οποίας τις κοινωνικοποιημένες πλέον ζημιές οι πολίτες βιώνουν στο πετσί τους σήμερα. Καταληκτικά, η Δρ Χατζημιχαήλ επεσήμανε τη σημασία της άρσης της συνεχιζόμενης ανοχής στην υποβάθμιση και καταστροφή της κοινής, φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς, υπογραμμίζοντας ότι τα κοινά αγαθά ανήκουν σε όλους και ο αγώνας για την προστασία τους είναι άρρητα συνδεδεμένος με την αναθεώρηση του κόσμου γύρω μας, την κατανόηση όσον αφορά την έννοια της ανάπτυξης και τον επαναπροσδιορισμό των σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων και τη φύση.

 

Ποια είναι

Η Μαρία Χατζημιχαήλ είναι ερευνητική συνεργάτιδα στο Πανεπιστήμιο Κύπρου και επικεντρώνεται σε θέματα Πολιτικής Οικολογίας, Περιβαλλοντικής Πολιτικής και Διακυβέρνησης με κύρια θεματική της τη Θάλασσα και την Ακτογραμμή: Πώς η ιδέα / κατανόηση της κοινωνίας όσον αφορά τη θάλασσα και την ακτογραμμή ως «κοινό» ή «κοινή κληρονομιά» επηρεάζεται από γεωπολιτικές, εθνικές και οικονομικές μεταλλάξεις. Ταυτόχρονα, μελετά τις θεωρίες των Κοινών μέσα από τις εμπειρίες της ως ακτιβίστρια σε θέματα τόσο περιβαλλοντικά όσο και κοινωνικά.