*Toυ Γιώργου Κουκουμά

Υπήρξαν και οι άλλοι αφορισμοί στην Κύπρο. Οι πιο ουσιαστικοί. Αυτοί που στοχοποιούσαν κάθε φωνή που αμφισβητεί όχι απλώς τις δοσμένες θεολογικές ερμηνείες αλλά τα ίδια τα ιερά και τα όσια της θρησκείας, μα και ολόκληρου του θαυμαστού κόσμου της ταξικής εκμετάλλευσης.

Ως «ένοχον αρνήσεως του Θεού» έκρινε λοιπόν η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Κύπρου τον κομμουνιστή ποιητή και δάσκαλο Τεύκρο Ανθία το 1931. Σύμφωνα μάλιστα με την Πράξη Αφορισμού, ο Τεύκρος Ανθίας «ομολογεί ο ίδιος ότι το έργο του κρίνει τη θρησκεία μαρξιστικά» και επιπρόσθετα -αναιδώς προφανώς- «ισχυρίζεται ότι η θρησκεία είναι ανίσχυρη να σώσει την ανθρωπότητα».

Η αιτία του αφορισμού ήταν το θρυλικό ποίημα «Δευτέρα Παρουσία». Η αλήθεια είναι ότι με μια πρώτη ανάγνωση του ποιήματος, πολλοί –ακόμα και άθεοι- θα εκπλαγούν από το σαρκασμό και την κατεδαφιστική ειρωνεία του Ανθία για το Θεό, τη θρησκεία, τα άγια και τα ιερά, τους παπάδες και τους καλόγερους. Ίσως πολλοί να βρουν και δικαιολογήμενο -ή έστω αναμενόμενο για την εποχή- τον αφορισμό του …θρασύτατου κομμουνιστή ποιητή. Ποιος άραγε τολμά να στιχουργεί για το θεό που «είναι μικρόβιο που μολύνει τα μυαλά των ανθρώπων»; Ποιος διανοείται να γράφει ότι περιμένει τη μέρα που οι εφημερίδες θα γράψουν στην πρώτη τους σελίδα, με μαύρα παχιά γράμματα «ΑΙΦΝΙΔΙΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ»; Ποιος έχει το θράσος να σκηνοθετεί ένα μανιασμένο πλήθος που κυνηγά το θεό και που τον βρίσκει στη γη «κάτου απ’την Αγία Τράπεζα, στο χαλασμένο το Ιερόν, σαν ψάρι στη στεριά να σπαρταρά»;

Όμως καμιά από αυτές τις …βλασφημίες δεν ενόχλησε το εκκλησιαστικό κατεστημένο και την άρχουσα τάξη της εποχής όσο τα εμπρηστικά πολιτικά μηνύματα της «Δευτέρας Παρουσίας» που σκιαγραφούν αλληγορικά τον επαναστατικό δρόμο για την κοινωνική ανατροπή: Η φτωχολογιά του κόσμου ξεσηκώνεται, συλλαμβάνει το Θεό («Σαβαώθ») και τον αναγκάζει να κάτσει στο σκαμνί και να δικαστεί από τους ανθρώπους για τα δεινά του κόσμου.

«Εμείς, που από τις σάρκες μας τη σάρκα σου έχεις πάρει

Κι απ’ τη δική μας την πλευρά τα κόκαλά σου τα γερά

Το βράδυ αυτό σε ορίζουμε, όπως ορίζουμε τη γης.

Ήρθ’ η στιγμή απ’ τον άνθρωπο να δικαστείς»

Ακολουθεί το ράπισμα από τους «μάρτυρες κατηγορίας», καθένας από τους οποίους συμβολίζει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στην βίβλο της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Οι πόλεμοι, η διπλή εκμετάλλευση της γυναίκας, η βαρβαρότητα που μετέρχεται η άρχουσα τάξη για να καταστείλει κάθε φορά το νέο εγερτήριο των καταφρονεμένων της κοινωνίας.

Πρώτος, ένας νεαρός στρατιώτης που ακολουθώντας τα κελεύσματα των παπάδων και των δεσποτάδων πηγαίνει στον πόλεμο, όπου «ανθρώπινα κορμιά ταϊζουν το φούρνο ‘της πατρίδας και της πίστεως’». Την ίδια ώρα που «οι εκλεχτοί καλοντυμένοι προνομιούχοι» μένουν στην ασφάλεια των μετόπισθεν και αποφασίζουν για τα κέρδη και το μεταπολεμικό μέλλον… Και «Κύριε Θεέ», συνεχίζει, «εσύ γελούσες βλέποντας το ανθρώπινο κοπάδι να σέρνεται στης μάχης το λειβάδι» και «ευλογούσες τα σμήνη των πιστών σου».

Ακολουθεί μια γυναίκα, «δουλεύτρα, κόρη φτωχού» που ο πλούσιος άντρας της την εγκαταλείπει όταν βαρέθηκε το κορμί της. Ακολούθως, η φτώχεια, την ρίχνει στην πορνεία, τη σύφιλη και την εξαθλίωση της ψυχής και του σώματος. «Δυο νύχτες του χειμώνα αγριεμένες, κοιμήθηκα, θυμάμαι νηστική. Το εικόνισμα με κοίταζε και γέλαγε με μάσκα πονηρή, σαρκαστική… Το πέταξα και σ’ έβρισα ω Θεέ. Βλασφήμησα, θυμάμαι, όσο ποτέ!»

Τέλος, απέναντι στο Θεό προσέρχεται ο εργάτης «που λιώνει σαν κερί στο εργοστάσιο». Πρόκειται για την προσωποίηση της ξεσηκωμένης εργατικής τάξης του 20ού αιώνα που τόλμησε «με χιλιάδες άλλα στόματα» να απειλήσει τον κοιλαρά εκμεταλλευτή με όσα νομοτελειακά θα του συμβούν: «Τα χέρια αυτά που χτίσανε τα μέγαρά σας, ξέρουν και δύνανται να σκάψουν βαθιά-βαθιά τα μνήματά σας». Οι επόμενες στροφές του ποιήματος συμπυκνώνουν την απάντηση της άρχουσας τάξης σε κάθε ξεσηκωμό της εργατιάς, όπου γης: «Ήρθε το γκλομπ, το ‘εφ’ όπλου λόγχη’». Ήρθε το «εικόνισμα και ο σταυρός». «Ήρθε ο νόμος σου, Θεέ, σκληρός». Να μας κλειδώσουν τα στόματα μας, να ροκανίσουν τα κορμιά μας, με μαρτύρια, φυλακές και εξορίες. Την ίδια ώρα, που η πλουτοκρατία, το «ανφάν γκατέ σου Θεέ, έκραζε ‘θάνατος στα παλιοτόμαρα της Ρωσίας!’».

Η ομοβροντία του κατηγορητηρίου για τα έργα και τις ημέρες του Θεού είναι λοιπόν ατράνταχτη. Η τελική κρίση δεν ήταν λοιπόν η θεία, αλλά η λαϊκή. Ένοχος ο Θεός για την κατάντια του κόσμου του. Ένοχοι, δηλαδή, αυτοί που τον έπλασαν.

Όμως, τελικά, το ξεσηκωμένο πλήθος δεν ζητά τη θανατική ποινή για αυτόν που ευθύνεται για τα δεινά των λαών. Προκρίνει μια άλλη καταδίκη, πιο ουσιαστική: «Να σβήσει από τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής» «για να χαρούμε εμείς τη γης».

«Μισώ εκείνους που σ’ έπλασαν» λέει ο επαναστατημένος λαός γιατί γνωρίζει άλλωστε ποιοι βρίσκονται πίσω από την «ύπαρξη του». Ή έστω, ποιοι καπηλεύονται τη θρησκεία και την πίστη.

«Πίσ’ απ’ την τραγελαφική, φανταστική μορφή σου,

ξέρει πως: κάποιος έμπορας σατανικά κινείται,

κρατάει την πλάστιγγα στο χέρι κι όλο πουλάει τον ιδρώτα του.

Γι’ αυτό μιλώντας προς εσέ, μιλάει στον έμπορά του,

καταδικάζοντας εσέ, καταδικάζει εκείνον».

Ο κομμουνιστής ποιητής μιλά βέβαια και για το αύριο που θα στηθεί πάνω στα ερείπια του θέοκτιστου τούτου κόσμου της εκμετάλλευσης και των πολέμων. Ο Τεύκρος Ανθίας μιλά απερίφραστα για τον κόσμο του σοσιαλισμού:

«Στον τόπο τους, άλλος ναός σε λίγο θα υψωθεί.

Και οι άνθρωποι εκεί θα προσκυνούν, θα υμνούν την εργασία.

Έτσι τελειώνει, ω αναγνώστες μου, η νέα «Δευτέρα Παρουσία».

Τα ανατρεπτικά μηνύματα της «Δευτέρας Παρουσίας» δεν θα μπορούσαν να γίνουν ανεκτά ούτε από τον ανώτατο κλήρο που είναι ταγμένος θεματοφύλακας της καθεστηκύιας τάξης μα ούτε και από την βρετανική αποικιοκρατία που το 1932 έθεσε τη «Δευτέρα Παρουσία» στα απαγορευμένα βιβλία. Από την άλλη όμως, η «Δευτέρα Παρουσία» έμεινε στην ιστορία και στη συνείδηση του τόπου ως ένα έργο που ξεχωρίζει στα κυπριακά γράμματα γιατί έγινε φως μες το σκοτάδι του θρησκευτικού σκοταδισμού και της κοινωνικής αδικίας.