Οι ακροβατισμοί δεν μπορούν να είναι επιλογή για το μέλλον της Τουρκίας

Για όλα όσα απασχολούν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και τη διαχείρισή τους, ιδιαίτερα μετά την επανεκλογή Ταγίπ Ερντογάν στην προεδρία της Τουρκίας, μιλά στην «Εποχή» και στον Παύλο Κλαυδιανό η ιστορικός, βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, Σία Αναγνωστοπούλου

Συνέντευξη στον Παύλο Κλαυδιανό

Ως πρώτο τεστ των ελληνοτουρκικών σχέσεων μετά τις εκλογές, η συνάντηση Τσίπρα-Ερντογάν στα περιθώρια της συνόδου του ΝΑΤΟ δεν ήταν και το καλύτερο, καθώς τέθηκαν ακανθώδη ζητήματα. Είναι όντως έτσι;

Είναι έτσι ακριβώς! Η κράτηση των δύο Ελλήνων στρατιωτικών στην Τουρκία υπονομεύει τις σχέσεις των δύο χωρών. Η απελευθέρωσή τους λοιπόν αποτελεί προϋπόθεση για τη βελτίωση των σχέσεων ανάμεσα στις δύο χώρες. Η στροφή βέβαια που έχει κάνει η Τουρκία τα τελευταία χρόνια προς μια πολιτική αναθεωρητισμού, όχι μόνο της συνθήκης της Λωζάνης, αλλά γενικά της πολιτικής της σε σχέση με την Ευρώπη, με την περιοχή μας, αλλά και την ίδιά της την ταυτότητα, δημιουργεί τριγμούς και στις σχέσεις της με τις γειτονικές χώρες. Η Ελλάδα είναι μία από αυτές τις χώρες που επηρεάζονται άμεσα.

Γι’ αυτό πρέπει να παρακολουθούμε αυτό τον αναπροσανατολισμό της, προκειμένου να αποκωδικοποιήσουμε την κατεύθυνση που επιδιώκει να πάρει. Η κράτηση των δύο στρατιωτικών, οι συλλήψεις και κρατήσεις άλλων Ευρωπαίων πολιτών εντάσσονται σε μια ευρύτερη πολιτική η οποία έχει κάθε φορά ένα τουρκικό άλλοθι, αλλά θεωρώ ότι το υπόβαθρο είναι ίδιο: οι κρατήσεις Ευρωπαίων πολιτών χρησιμοποιούνται ως μέσον άσκησης μιας άλλης πολιτικής, ως μια νέα γλώσσα συνεννόησης με τον κόσμο γύρω της, μια γλώσσα αντιευρωπαϊκή.

 
Μετά τα αποτελέσματα των πρόσφατων εκλογών θεωρείς ότι μπορεί να γίνει μια συζήτηση που θα λύσει ζητήματα;

Θεωρώ ότι η ισχυροποίηση που το εκλογικό αποτέλεσμα προσφέρει στον Ερντογάν για τη διαδικασία αλλαγής του πολιτεύματος της Τουρκίας και της δικής του «παντοκρατορίας», ίσως εγκαινιάσει μια περίοδο μεγαλύτερης ηρεμίας και σταθερότητας, καταρχάς για την ίδια τη χώρα και, κατά συνέπεια, για τους γείτονες. Η πορεία προς την αλλαγή πολιτεύματος, η πορεία προς την απόλυτη ανάδειξη του Ερντογάν ως του νέου «πατέρα των Τούρκων», τον υποχρέωνε να ξαναοριοθετήσει το έθνος. Δανειζόμενος στοιχεία από όποιο παρελθόν τον βόλευε (και το οθωμανικό και το κεμαλικό και το ισλαμικό-μεσοανατολίτικο και το ευρωπαϊκό-δυτικό), προέβαινε σε ακροβατισμούς και αναθεωρητισμούς. Ωστόσο, θεωρώ ότι τώρα είναι υποχρεωμένος να επιλέξει προς τα πού θα οδηγήσει την Τουρκία, η οποία αντιμετωπίζει διάφορα προβλήματα (η οικονομία είναι το σημαντικότερο). Οι ακροβατισμοί δεν μπορούν να είναι πολιτική επιλογή για το μέλλον της Τουρκίας.

 
Να γυρίσουμε στη συνάντηση Τσίπρα Ερντογάν. Η πραγματοποίηση της συνάντησης, που φάνηκε κάποια στιγμή ότι μπορεί και να μην γίνει, ενδιέφερε και την τουρκική πλευρά. Ισχύει αυτό;

Το ερμηνεύεις εντελώς σωστά και νομίζω ότι επιβεβαιώνει αυτό που είπα παραπάνω. Ο Ερντογάν, ήδη από την ορκωμοσία του -ήδη από την προεκλογική του εκστρατεία θα έλεγα- έδειξε ότι παρά την εθνικιστική ρητορική που ανέπτυξε προεκλογικά και παρά τις οθωμανικού τύπου φιέστες στην ορκωμοσία, δεν επιδιώκει οριστική και αμετάκλητη ρήξη με την Ευρώπη. Σε αυτό το πλαίσιο η συνεννόηση -έστω και με δυσκολία- με την Ελλάδα τού είναι απαραίτητη. Το ότι δέχτηκε, τελικά, να κάνει αυτή τη συνάντηση αφήνει ένα φως όχι μόνο στην υπόθεση των δύο στρατιωτικών αλλά και των σχέσεων των δύο χωρών. Φαίνεται, δηλαδή, ότι ο Ερντογάν, έχοντας πλέον τον απόλυτο έλεγχο του εσωτερικού πολιτικού πεδίου, είναι υποχρεωμένος να οριοθετήσει πια τις σχέσεις με τους γείτονες και την Ευρώπη. Δεν θεωρώ ότι αυτή η ακροβατική πολιτική, και μάλιστα στο ασταθές περιβάλλον της Μέσης Ανατολής, είναι προς το συμφέρον της Τουρκίας – δεν είναι πανίσχυρη η Τουρκία για να παίζει τέτοια παιχνίδια για μεγάλο διάστημα. Η ελληνική κυβέρνηση, όπως φάνηκε και από τα λόγια του Τσίπρα, επιδιώκει τη φιλική σχέση με την Τουρκία. Την εντάσσει στην πολιτική συνεργασίας και φιλίας με όλες τις γειτονικές χώρες, που έχει πολύ σωστά υιοθετήσει και εφαρμόζει αυτά τα χρόνια. Η Ελλάδα λοιπόν επιδιώκει την άρση και τη λύση των προβλημάτων που υπονομεύουν τις σχέσεις καλής γειτονίας, συμβάλλοντας έτσι και στη σταθερότητα της ίδιας της Τουρκίας.

 
Είναι αλήθεια ότι ο Α. Τσίπρας αναφέρθηκε στις χαμένες ευκαιρίες που δημιουργούνται στις δύο χώρες γιατί δεν μπορούν να συνεργαστούν σωστά.

Ακριβώς. Και νομίζω ότι η ελληνική κυβέρνηση είναι σταθερά προσανατολισμένη στην αρχή της συνύπαρξης και της συνανάπτυξης στην περιοχή μας. Σε μια εποχή και σε μια περιοχή αστάθειας και κραδασμών, η Ελλάδα καθίσταται φορέας ειρηνικής σταθερότητας, διεθνούς νομιμότητας και καλής γειτονίας. Αυτό βέβαια έχει ως προϋπόθεση το σεβασμό των κυριαρχικών δικαιωμάτων αλλά και των κανόνων και των παραδόσεων καλής γειτονίας ανάμεσα στις γειτονικές χώρες. Η Τουρκία οφείλει να αποδείξει έμπρακτα αυτό το σεβασμό.

 

 

Κατά τη γνώμη σου τι θα συμβεί με τους δύο στρατιωτικούς, τώρα που έχει αρθεί και η κατάσταση έκτακτης ανάγκης;

Η φράση του Τσίπρα ήταν χαρακτηριστική: «Είχα λιγότερες ελπίδες όταν έμπαινα στη συνάντηση απ’ ό,τι έχω τώρα». Ο Ερντογάν είναι, εκ των πραγμάτων, υποχρεωμένος να ακολουθήσει τη νόμιμη διαδικασία στο θέμα των στρατιωτικών που θα οδηγήσει στην απελευθέρωσή τους. Η συνάντηση αφήνει ελπίδες για μια αίσια λήξη του ζητήματος. Είπα ότι είναι υποχρεωμένος, γιατί η παρατεταμένη κράτηση των δύο στρατιωτικών δείχνει και συμβολικά ότι η Τουρκία υπονομεύει τις σχέσεις με τους γείτονές της.
Απ’ ό,τι φαίνεται υπάρχουν ενδείξεις ότι δεν μπορεί να το συνδέει με το ζήτημα των οκτώ. Όσο συνεχίζεται η ταύτιση των δύο θεμάτων, τόσο η Τουρκία δείχνει ότι χρησιμοποιεί μια γλώσσα ασυνεννοησίας με τους γείτονές της. Μια γλώσσα που δεν ακουμπάει ούτε στο διεθνές δίκαιο ούτε στα ανθρώπινα δικαιώματα ούτε πουθενά. Η Ελλάδα δεν μπορεί να αλλάξει γλώσσα ξαφνικά, δεν μπορεί να υιοθετήσει μια γλώσσα παζαριού που χρησιμοποιεί το διεθνές δίκαιο και τα ανθρώπινα δικαιώματα αλά καρτ. Η χώρα μας καταδίκασε απερίφραστα την απόπειρα πραξικοπήματος, τάχθηκε ρητά και ευθύς εξαρχής στο πλευρό της εκλεγμένης δημοκρατικά κυβέρνησης της Τουρκίας. Όμως είναι υποχρεωμένη να σέβεται τους διεθνείς και εθνικούς κανόνες. Αυτό είναι η δύναμή της αλλά και η δύναμη κάθε δημοκρατικής χώρας. Σε κάθε περίπτωση η υπόθεση των δύο Ελλήνων στρατιωτικών δεν έχει απολύτως καμιά σχέση με την υπόθεση των οκτώ Τούρκων.

 
Mείζονος σημασίας η επανεκκίνηση της διαδικασίας στο Κυπριακό
Το τηλεφώνημα με τον Αναστασιάδη και η παραδοχή ότι συζητήθηκε το Κυπριακό τι μπορεί να σημαίνει;

Αν κρίνουμε από τις δηλώσεις του Αναστασιάδη, αλλά και του Ακιντζί, το τελευταίο διάστημα, υπάρχει πάλι μια κινητικότητα στο Κυπριακό. Θεωρώ ότι ίσως και από την πλευρά της Τουρκίας να υπάρχει μια ανάλογη διάθεση. Το πού θα εκβάλει και με τι τρόπο αυτή η κινητικότητα είναι δύσκολα προβλέψιμο αυτή τη στιγμή. Είναι πάντως γεγονός ότι για την Κύπρο είναι μείζονος σημασίας η επανεκκίνηση της διαδικασίας, και αυτή τη φορά να καρποφορήσει. Σε μια εποχή μεγάλης πύκνωσης του ιστορικού και του γεωπολιτικού χρόνου, όπου κυριαρχεί η αστάθεια και οι εθνικιστικοί αλλά και ιμπεριαλιστικοί αναθεωρητισμοί, η υπόθεση Κυπριακό πρέπει να λήξει. Έχουμε αλλάξει οριστικά ιστορική περίοδο, γι’ αυτό δεν πρέπει να αφήνονται ανοικτά τέτοια προβλήματα, ελπίζοντας ότι θα λυθούν ως διά μαγείας στο μέλλον. Αν δεν προετοιμάσουμε τώρα το μέλλον, τα πράγματα μπορεί να είναι πολύ πιο δύσκολα αύριο.

 

 

Το πρόβλημα που προέκυψε όμως, και δεν ήταν σίγουρο, είναι ότι η αντιπολίτευση στην Ελλάδα δεν μπαίνει σ’ αυτή τη λογική που περιγράφεις.

Η ανάλυση για τις διεθνείς σχέσεις θα έπρεπε να είναι σε ένα βαθμό κοινή, αλλά δεν είναι. Το ζήσαμε στο μακεδονικό, ταλαντεύεται εξ αυτού η κυβέρνηση στο ζήτημα της Αλβανίας.

 

 

Πώς θα προχωρήσει τη συζήτηση στο Κυπριακό;

Δυστυχώς η αξιωματική αντιπολίτευση, και όχι μόνο, επιδεικνύει μια πραγματικά απίστευτη επιπολαιότητα. Διαιωνίζοντας την πολιτική του στρουθοκαμηλισμού και της αδράνειας που είχε τις τελευταίες δεκαετίες, τώρα υιοθετεί και μια αντιπαραγωγική εθνικιστική ρητορική, η οποία θεωρώ -και το υπογραμμίζω- υπονομεύει τα συμφέροντα της χώρας. Δεν μπορεί να μην αντιλαμβάνεται η ΝΔ ότι η χώρα μας δεν έχει άλλο δρόμο παρά αυτόν της επίλυσης των χρονιζόντων προβλημάτων, προκειμένου να συγκροτήσει γύρω της μια «αυλή» φιλίας και συνεργασίας. Δεν μπορεί να μην αντιλαμβάνεται ότι δεν αφήνεις να διαιωνίζονται «γκρίζες περιοχές» στα σύνορά σου. Το Μακεδονικό είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα: αφήνεις σ’ αυτή την περιοχή αυτή την περίοδο μια γκρίζα ζώνη στα βόρεια σύνορά σου, αφήνεις μια χώρα μετέωρη, ευάλωτη σε διάφορες επιρροές και δεν επιλύεις σύμφωνα με τους διεθνείς κανόνες, με δημοκρατία και διαφάνεια τα προβλήματα που έχεις με αυτή τη χώρα; Δεν μπορεί η ΝΔ, όχι μόνο να μην παράγει πολιτική για τα εθνικά θέματα, αλλά να έχει απολύτως υποκύψει σε ό,τι πιο εθνικιστικό.

Eιδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο, όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy.
Ακολουθήστε μας και στο Google News.