Η αποποινικοποίηση των ναρκωτικών διχάζει τους επιστήμονες

•Η αποφυγή φυλάκισης των ουσιοεξαρτωμένων αποτελεί κοινή συνισταμένη των ευρωπαϊκών προσεγγίσεων

Συνέντευξη στη Μαρίνα Κουμάστα

Υπάρχουν «ελαφρά» ναρκωτικά; Kαι αν ναι, να αποποινικοποιηθούν; Ερωτήματα που διχάζουν την επιστημονική κοινότητα. Οι όποιες απόψεις -ακόμη και επιστημονικές- έχουν εκφραστεί δεν μπορούν να ρίξουν άπλετο φως σ’ αυτό το σοβαρό δίλημμα. Ο πρόεδρος του Αντιναρκωτικού Συμβουλίου Κύπρου, Δρ Χρύσανθος Γεωργίου, στο πιο πάνω ερώτημα απαντά αρνητικά τονίζοντας ότι η πολιτική της αποποινικοποίησης της κάνναβης σε ορισμένα κράτη δεν έχει ακόμη καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Και η πολιτική που ακολουθεί το ΑΣΚ, επισημαίνει, εδράζεται σε επιστημονικές γνώσεις που πηγάζουν μέσα από δοκιμασμένες πολιτικές-πρακτικές. Με διαφορετικό φακό βλέπει το όλο θέμα ο ψυχίατρος Δρ Λάμπρος Σαμαρτζής προβάλλοντας την εξής άποψη: Ο κίνδυνος δεν εξαρτάται μόνο από το “αν πίνεις”, αλλά κυρίως εξαρτάται από το “τι πίνεις” και το “πόσο πίνεις”. Και οι δύο επιστήμονες πάντως συμφωνούν στην παραπομπή των χρηστών σε θεραπευτικά προγράμματα, αντί της φυλάκισης.


Ερωτήσεις

1. Να αποποινικοποιηθούν ή όχι τα ναρκωτικά και γιατί;

2. «Η ελευθερία χρήσης των ναρκωτικών οδηγεί στην ασύδοτη χρήση τους». Συμφωνείτε ή διαφωνείτε με αυτή την άποψη;

3. H κυπριακή κοινωνία είναι ώριμη να δεχτεί ένα τέτοιο μέτρο;

4. Ποια τα αποτελέσματα της εφαρμογής της αποποινικοποίησης των ναρκωτικών, σε χώρες όπου εφαρμόστηκε;


Δρ Χρύσανθος Γεωργίου
Πρόεδρος Αντιναρκωτικού Συμβουλίου Κύπρου

1. Η πολιτική για τα ναρκωτικά πρέπει να εδράζεται σε επιστημονικές γνώσεις. Οντως, είδαμε κάποια κράτη να έχουν νομιμοποιήσει τη χρήση κάνναβης. Αυτή όμως η πολιτική θα πρέπει να δοκιμαστεί και να αξιολογηθεί με το πέρας του χρόνου για να διαφανεί ποιες είναι οι επιπτώσεις της σε διάφορα επίπεδα: στη χρήση ανάμεσα στους νέους ή/και ακόμη στους ανήλικους, στην υγεία, στην κοινωνία.

Σαφώς, στόχος του Αντιναρκωτικού Συμβουλίου Κύπρου είναι η απάμβλυνση του προβλήματος των ναρκωτικών. Και όλες οι προσπάθειές μας σ’ αυτό το στόχο εστιάζουν, στη βάση όμως δοκιμασμένων πρακτικών και πολιτικών. Σημειώνω ενδεικτικά το Νόμο που προνοεί στη θεραπεία στην κοινότητα ως εναλλακτική λύση αντί της φυλάκισης, ο οποίος βρίσκεται ενώπιον της Βουλής. Εκτός αυτού το ΑΣΚ είναι δεσμευμένο εδώ και μερικά χρόνια σε μια παράλληλη προσπάθεια να αντιμετωπίσει το πρόβλημα και να δώσει ευκαιρία στους νέους που μόλις άρχισαν να πειραματίζονται με τις ουσίες εξάρτησης, να δώσει μια εναλλακτική λύση, αντί της καταδίκης.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο από το έτος 2008 εφαρμόζεται στην Κύπρο πρωτόκολλο παραπομπής νεαρών ατόμων που έχουν συλληφθεί για αδικήματα σχετιζόμενα με τα ναρκωτικά σε θεραπεία. Με αυτό τον τρόπο δίδεται η δυνατότητα σε νεαρά άτομα να παραπεμφθούν στη θεραπεία, αντί να καταδικαστούν. Ταυτόχρονα, γίνεται έγκαιρη παρέμβαση, αποτρέποντας έτσι την πορεία στην εξάρτηση.

2. Δεν υπάρχει ξεκάθαρη απάντηση σε αυτή την άποψη εξ ου και η επιστημονική κοινότητα είναι διχασμένη. Για παράδειγμα, γνωρίζουμε ότι το αλκοόλ και ο καπνός, οι νόμιμες δηλαδή εξαρτησιογόνες ουσίες, είναι και οι πιο διαδεδομένες ανάμεσα στον ευρύ πληθυσμό. Τα επίπεδα χρήσης και κατάχρησης των νόμιμων ουσιών ξεπερνούν κατά πολύ τα επίπεδα χρήσης και κατάχρησης των παράνομων ουσιών εξάρτησης.

Επίσης, γνωρίζουμε ότι το «παράνομο» στάτους των ουσιών είναι αυτό που απωθεί πολλά άτομα από το να πειραματιστούν με αυτές τις ουσίες, γιατί ακριβώς δεν θέλουν να έχουν εμπλοκή με το νόμο. Υποθέτω, ότι θα έχουμε σύντομα κάποια επιστημονικά δεδομένα σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα, όταν θα έχουν αξιολογηθεί οι πολιτικές στις χώρες όπου έχει αρχίσει να εφαρμόζεται η νομιμοποίηση της κάνναβης.

3. Θα πρέπει πρώτα να αποκωδικοποιήσουμε τον όρο ωριμότητα, γιατί μια κοινωνία μπορεί να θεωρείται ώριμη, όταν αυτή κατευθύνεται όχι από παρορμητικές και μοραλιστικές προσεγγίσεις, αλλά από τεκμηριωμένες πρακτικές και επιστημονικά δεδομένα. Σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση των ατόμων με εξάρτηση, λόγου χάριν, η κυπριακή κοινωνία έχει ωριμάσει σε σχέση με την αντίληψή της για τα ουσιοεξαρτημένα άτομα, αντιμετωπίζοντάς τα ως άτομα που χρήζουν θεραπευτικών προσεγγίσεων και όχι ως εγκληματίες και αυτή η πορεία δεν έγινε στο κενό, αλλά ως μια διαδικασία βασισμένη σε γεγονότα και αριθμούς, καθώς και έρευνες. Επαναλαμβάνω, θα πρέπει να δώσουμε χρόνο να δοκιμαστούν κάποια πράγματα και πάντα να λαμβάνουμε υπόψιν τις δικές μας κοινωνικές δομές, συνθήκες και πολιτισμικά χαρακτηριστικά.

4. Παρά το γεγονός ότι στις πλείστες χώρες η χρήση κάνναβης αποτελεί ποινικό αδίκημα, η εφαρμογή της νομοθεσίας ποικίλει από χώρα σε χώρα και σε κάποιες περιπτώσεις επιβάλλονται αστικές κυρώσεις και όχι ποινικές. Κατά την τελευταία περίπου δεκαετία παρατηρήθηκαν κάποιες αλλαγές στο νομοθετικό πλαίσιο των ευρωπαϊκών χωρών αναφορικά με τη χρήση παράνομων ουσιών. Οι λόγοι για τις αλλαγές αυτές είναι σύνθετοι και διαφέρουν από χώρα σε χώρα.

Για παράδειγμα, οι νόμοι άλλαξαν για να προσεγγισθούν οι εξαρτημένοι χρήστες (Πορτογαλία), για να απλουστευθούν οι κυρώσεις (Βέλγιο, Ηνωμένο Βασίλειο το 2004, Φινλανδία), για να εναρμονιστούν οι ποινές για τα πταίσματα (Εσθονία, Σλοβενία). Γενικότερα, η αποφυγή φυλάκισης φαίνεται να αποτελεί μια κοινή συνισταμένη των ευρωπαϊκών προσεγγίσεων. Σημειώνω ότι η τεκμηρίωση των αποτελεσμάτων της αποποινικοποίησης της κάνναβης βασίζεται σε πολύ περιορισμένο αριθμό μελετών, οδηγώντας μερικές φορές σε παράδοξα και αντιφατικά συμπεράσματα.


Δρ Λάμπρος Σαμαρτζής
Ψυχίατρος

1. Η αγορά των ναρκωτικών στην Κύπρο σήμερα είναι μια αρρύθμιστη και ανεξέλεγκτη οικονομική ζούγκλα, μέσα στην οποία κυριαρχούν η παραοικονομία και η εγκληματικότητα. Ρύθμιση και κρατικός έλεγχος της αγοράς ευφορικών ουσιών θα έχει ως αποτέλεσμα την εξάλειψη της εγκληματικότητας και της παραοικονομίας και κυρίως την προστασία της υγείας των χρηστών από βλαβερές νοθευμένες ευφορικές ουσίες που σήμερα κυκλοφορούν ανεξέλεγκτα στην αρρύθμιστη μαύρη αγορά των ναρκωτικών.

Ο «ναρκομανής» είναι εθισμένος χρήστης που χρειάζεται θεραπεία και κοινωνική υποστήριξη και όχι ποινή (αποποινικοποίηση) και κυρίως όχι φυλάκιση (αποεγκληματοποίηση). Η αποφυγή της φυλάκισης των χρηστών μόνο θετικά οφέλη έχει, αφού κανένας δεν “έκοψε” τα ναρκωτικά στη φυλακή. Η φυλάκιση εξάλλου συνοδεύεται με στιγματισμό και ψυχοκοινωνική βλάβη του χρήστη λόγω της αποσύνδεσής του από την οικογένειά του, το επάγγελμά του και τους φίλους του.

Η θεραπεία των εθισμένων χρηστών πρέπει να είναι εθελοντική και όχι υποχρεωτική, διότι οι “υποχρεωτικές θεραπείες” δεν έχουν καμία επιστημονικά τεκμηριωμένη αποτελεσματικότητα, αλλά και επειδή ο εθισμένος χρήστης, όπως και κάθε άλλος ενήλικας ασθενής, διατηρεί το δικαίωμα αν θέλει να μην προχωρήσει στη θεραπεία της πάθησής του. Ο ρόλος του κράτους είναι να εξασφαλίσει διαθεσιμότητα θεραπευτών και θεραπευτικών κλινικών και όχι να φοβερίζει ή να εξαναγκάσει τους ασθενείς να ξεκινήσουν θεραπεία.

2. Η χρήση ευφορικών ουσιών (ναρκωτικών) δεν πρέπει να είναι ελεύθερη και ασύδοτη αλλά πρέπει να υπόκειται σε ρύθμιση και κρατικό έλεγχο, κυρίως για να αποφεύγεται η χρήση ουσιών από ανήλικους και από άλλες ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες. Ξέρουμε από το παράδειγμα των νόμιμων κρατικά ελεγχόμενων εξαρτησιογόνων ευφορικών ουσιών (αλκοόλ, τσιγάρο), ότι η διαθεσιμότητά τους στην αγορά δεν αυξάνει τη χρήση τους, με την προϋπόθεση ότι εφαρμόζεται η νομοθεσία της αποφυγής πώλησης σε ανήλικους και σε μεθυσμένους ενήλικες.

Σε Αμερική και η Ολλανδία, δύο χώρες με ιδιαίτερα προηγμένη Ψυχιατρική του Εθισμού (Addiction Psychiatry) με ταυτόχρονα ρυθμισμένη και κρατικά ελεγχόμενη αγορά κάνναβης, δεν υπάρχουν δημοσιευμένες ενδείξεις ότι η χαλάρωση της νομοθεσίας για τα ναρκωτικά συνοδεύτηκε από αύξηση της ασύδοτης χρήσης, αλλά ούτε και από αύξηση της ελαφριάς χρήσης. Η βλαβερότητα από τα ναρκωτικά -όπως εξάλλου συμβαίνει και στα νόμιμα συνταγογραφούμενα φάρμακα αλλά και στο αλκοόλ- είναι δοσοεξαρτώμενη. Η βλαβερότητα επίσης εξαρτάται από το είδος της ουσίας. Επομένως, ο κίνδυνος για την υγεία δεν εξαρτάται μόνο από το “αν πίνεις”, αλλά κυρίως εξαρτάται από το “τι πίνεις” και το “πόσο πίνεις”.

3. Η συνήθης -μέχρι τώρα- αντιμετώπιση των εθισμένων χρηστών είναι προβληματική και αναποτελεσματική διότι χαρακτηρίζεται από την εξής αντίφαση: Από τη μια, λέμε στον εθισμένο χρήστη ότι είναι ασθενής του οποίου η πάθηση είναι ο εθισμός και το σύμπτωμα είναι η χρήση (η οποία με τη σειρά της προϋποθέτει την κατοχή, αφού είναι αδύνατο να χρησιμοποιήσεις μια ουσία που δεν κατέχεις). Από την άλλη, του λέμε ότι η πάθηση και το σύμπτωμά του είναι παράνομο! Δηλαδή του λέμε ότι χρειάζεται ταυτόχρονα θεραπεία της πάθησης, αλλά και τιμωρία επειδή αρρώστησε! Θεωρώ ότι η κυπριακή κοινωνία είναι έτοιμη να δεχτεί τις δοκιμασμένες, αποτελεσματικές λύσεις του προβλήματος των ναρκωτικών, καθώς και ότι οι εθισμένοι στα ναρκωτικά χρήζουν θεραπείας και όχι τιμωρίας.

4. Σε χώρες με ρυθμισμένη και κρατικά ελεγχόμενη αγορά κάνναβης, όπως η Αμερική και η Ολλανδία, η χαλάρωση της νομοθεσίας συνοδεύτηκε από μείωση της εγκληματικότητας, της παραοικονομίας και της χρήσης επικίνδυνων ουσιών που ως τότε κυκλοφορούσαν στην προηγουμένως αρρύθμιστη και ανεξέλεγκτη μαύρη αγορά των ναρκωτικών, όπως τα συνθετικά κανναβινοειδή (spice, space, bonsai κλπ). Η κάνναβη είναι ξεχωριστή ουσία, διότι εκτός της πολύ διαδεδομένης ευφορικής χρήσης, χρησιμοποιείται και για ιατρικούς λόγους, όχι πλέον γενικά και αόριστα όπως γινόταν παλαιότερα στην παραδοσιακή ιατρική, αλλά μόνο κάτω από πολύ συγκεκριμένες ιατρικές ενδείξεις.

Οι ειδήσεις από την Κύπρο και τον κόσμο και όλη η επικαιρότητα στο dialogos.com.cy. Ακολουθήστε μας και στο Google News