Κείμενα: Άννα Μισιαούλη και Κάλια Ανδρέου

«…ας δώσουμε τον κόσμο στα παιδιά να μάθει έστω και για μια μέρα ο κόσμος τη φιλία
τα παιδιά θα πάρουν απ’ τα χέρια μας τον κόσμο θα φυτέψουν αθάνατα δέντρα…»

Ναζίμ Χικμέτ: Ας δώσουμε τον κόσμο στα παιδιά

«H εκπαίδευση πρέπει να προωθεί την καλλιέργεια των νέων γνώσεων, αξιών και στάσεων που ενισχύουν την κατανόηση, την αλληλεγγύη, την επικοινωνία, την ανεκτικότητα και την ενίσχυση του πολιτισμικού πλούτου των ευρωπαϊκών κοινωνιών».

«Με χλεύαζαν επειδή διδάσκω Τουρκικά»

Αυτό ήταν ένα από τα ευρήματα της μελέτης / έκθεσης που έφερε τον τίτλο «Δημοκρατική και Ανθρώπινη Παιδεία στην Ευρωκυπριακή Πολιτεία – Προοπτικές ανασυγκρότησης και εκσυγχρονισμού», γνωστή και ως «Έκθεση των Εφτά Σοφών», που εισήγαγε την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση το 2004. Ανάμεσα στους στόχους είχε την ενσωμάτωση των αρχών της «περιεκτικής δημοκρατίας» που να συμπεριλαμβάνει και την τουρκοκυπριακή εθνοκοινότητα, επειδή, όπως αναφέρετο, «το 1965, μετά από εσωτερική αναταραχή και συνακόλουθη αναδόμηση του πλαισίου διακυβέρνησης […] το νεοσύστατο κυπριακό κράτος ήταν βασικά ελληνο-κυπριακό, με την έννοια ότι δεν συμμετείχε η τουρκο-κυπριακή κοινότητα».

 

Το ενδιαφέρον των Τ/κ μαθητών για να μάθουν Ελληνικά αυξάνεται

Η έκθεση περιελάμβανε, τότε, πρόταση για εισαγωγή της τουρκικής γλώσσας στο λύκειο, όπως και έγινε, τη συγκρότηση ομάδας επιστημόνων, αποτελούμενης από Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, για αναθεώρηση των βιβλίων της Ιστορίας, και την προώθηση προγραμμάτων συνεργασίας με σχολεία της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Επιδίωξη ήταν η συμμετοχή Τουρκοκύπριων μαθητών στα προγράμματα συνεργασίας και ανταλλαγών, ώστε να συμβάλουν πολλαπλά στην επίτευξη των στόχων της ανάπτυξης της ευρωπαϊκής διάστασης και της προώθησης της επαναπροσέγγισης, ενώ κοινά προγράµµατα επιµόρφωσης Ελληνοκύπριων και Τουρκοκύπριων εκπαιδευτικών, στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής διάστασης της εκπαίδευσης, στόχο είχαν τη δημιουργία κοινών εμπειριών και προσεγγίσεων.

«Η γλώσσα δεν είναι μόνο γραμματική»

Αξίζει να σημειωθεί ότι με τη μερική άρση των περιοριστικών μέτρων διακίνησης το 2003 και το άνοιγμα των οδοφραγμάτων, προσφέρθηκαν δωρεάν μαθήματα τουρκικής γλώσσας σε Ελληνοκυπρίους και Ελληνικών σε Τουρκοκυπρίους, όπως επίσης και σε επαναπατρισθέντες και Έλληνες ομογενείς που ζουν στην Κύπρο.

Σήμερα, πλέον, τα πιο πάνω αποτελούν παρελθόν και οι δραματικές αλλαγές που βρίσκονται σε εξέλιξη όχι μόνο δεν συμβάλλουν στην περαιτέρω επέκταση, αλλά αντίθετα καταστρατηγούν εκείνους τους στόχους.

Η εκμάθηση της Τουρκικής στο ωρολόγιο πρόγραμμα των ε/κ σχολείων έχει μειωθεί δραστικά

Τη στιγμή που η εκμάθηση της Τουρκικής στο ωρολόγιο πρόγραμμα των ελληνοκυπριακών σχολείων έχει μειωθεί δραστικά τα τελευταία χρόνια -απέμεναν μόνο επτά μόνιμοι καθηγητές Τουρκικών με ανοικτό το ενδεχόμενο απόσπασής τους σε άλλους τομείς- στην τουρκοκυπριακή κοινότητα φαίνεται να συμβαίνει το αντίθετο. Στα τουρκοκυπριακά σχολεία ανακοινώθηκε η νέα εκπαιδευτική πολιτική, με την εκμάθηση της Ελληνικής να καταλαμβάνει εξέχουσα θέση, με την εισαγωγή της στα γυμνάσια και την ενίσχυσή της στα λύκεια ως δεύτερης γλώσσας.

 

Η Κύπρος της Βαβέλ
«Είμαστε όλοι Κύπριοι», λένε Ε/κ και Τ/κ μαθητές

Η συμπερίληψη της τουρκικής γλώσσας στο ωρολόγιο πρόγραμμα των σχολείων έχει μειωθεί σημαντικά, εξέλιξη η οποία φαίνεται να δημιουργεί ερωτηματικά αλλά και ανησυχίες για τον τρόπο με τον οποίο το Υπουργείο Παιδείας συμβάλλει στο να φέρει τις δύο κοινότητες πιο κοντά. Σημειώνεται ότι δεν κατέστη δυνατό να έχουμε τη θέση του ίδιου του Υπουργείου Παιδείας, καθώς μέχρι την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές δεν είχαμε λάβει απάντηση.
Φαίνεται ότι η τουρκική γλώσσα στα ε/κ δημόσια σχολεία τυγχάνει παρόμοιας μεταχείρισης με άλλες ξένες γλώσσες, καθώς, όπως διαπιστώνουμε, δεν καλλιεργείται η συνείδηση ότι πρόκειται για τη δεύτερη επίσημη γλώσσα της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η τουρκοκυπριακή «διοίκηση» έχει ενισχύσει τη διδασκαλία των Ελληνικών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, την ίδια στιγμή που η ελληνοκυπριακή πλευρά φαίνεται να «παραγκωνίζει» την Τουρκική.

«Η δεύτερή μας γλώσσα τα Τουρκικά»
«Νιώθω ότι μέσα από την εκμάθηση της τουρκικής γλώσσας ήρθα πιο κοντά με τους Τουρκοκυπρίους», αναφέρει στην «Κυριακάτικη Χαραυγή» η κα Μαργαρίτα Κωνσταντίνου, η οποία στα 50 της χρόνια αποφάσισε ότι ήθελε να μάθει Τουρκικά.

Η κα Μαργαρίτα έχει ολοκληρώσει ήδη τον πρώτο χρόνο μαθημάτων, δηλώνοντας ότι μέσα από αυτά δεν έχει μάθει μόνο Τουρκικά, αλλά έχει αναθεωρήσει γενικότερα τις σχέσεις της με την τ/κ κοινότητα. Όπως η ίδια δηλώνει, στο παρελθόν κρατούσε αρνητική στάση σε οτιδήποτε θα μπορούσε να την φέρει πιο κοντά με τους Τουρκοκυπρίους. Σήμερα δηλώνει ότι αυτό που θα ήταν καλό να νιώσουμε και να κατανοήσουμε όλοι μας είναι ότι όλοι είμαστε Κύπριοι.

«Ερχόμαστε πιο κοντά με την άλλη κοινότητα όταν επικοινωνούμε μέσω των γλωσσών μας. Μετά τα μαθήματα Τουρκικών, άρχισα να κάνω φίλους Τουρκοκυπρίους. Δεν με βοηθά μόνο στο να τα εξασκώ, αλλά και στο να έρχομαι πιο κοντά τους», δηλώνει η ίδια, ενώ συμπληρώνει ότι όταν ακούει τους φίλους της να μιλούν, νιώθει ικανοποίηση που μπορεί να καταλαβαίνει έστω και λίγα απ’ όσα λένε. «Είναι η δεύτερή μας γλώσσα, γι’ αυτό θα ήταν καλό αν όλοι καταβάλλαμε προσπάθεια να τη μάθουμε».

Για την ολοκλήρωση των μαθημάτων και κατ’ επέκταση της εκμάθησης της τούρκικης γλώσσας χρειάζονται έξι χρόνια. Η κα Μαργαρίτα επέλεξε να τη διδαχθεί από τα Κρατικά Ινστιτούτα Επιμόρφωσης. Στο τμήμα της φοιτούν μόλις 4 άτομα. Εντούτοις, για να δημιουργηθεί ένα τμήμα χρειάζεται η εγγραφή 5 ατόμων. Μετά τη δημιουργία του τμήματος, όπως η ίδια δήλωσε, αποχώρησαν τα 2 άτομα και στην πορεία προστέθηκε άλλο ένα.

Είναι φανερό ότι η ζήτηση για εκμάθηση της τούρκικης γλώσσας είναι αρκετά χαμηλή, γι’ αυτό έχει δημιουργηθεί το μικρότερο τμήμα που θα μπορούσε να υπάρξει, ώστε να κληθεί καθηγητής για να διδάξει. Η κα Μαργαρίτα ανέφερε ότι δεν συμβαίνει το ίδιο με τους Τουρκοκυπρίους.

Συγκεκριμένα, όπως δήλωσε η ίδια, στο Γυμνάσιο Αγίου Δομετίου, στο οποίο φοιτά, είναι πάρα πολλοί οι Τ/κ οι οποίοι φοιτούν για την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας, κάτι το οποίο, αναπόφευκτα, δημιουργεί ερωτηματικά για τους λόγους που δεν υπάρχει το ίδιο ενδιαφέρον και από τους Ε/κ να μάθουν Τουρκικά.

«Θέλω να σεβαστώ τη Νεοελληνική με την κυπριακή της εκδοχή επειδή είμαι Κύπριος»
Ο Οκάν είναι 24 χρονών, γεννημένος και μεγαλωμένος στη Λευκωσία. Ο λόγος που θέλησε να μάθει Ελληνικά είναι γιατί θέλει να σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Όταν επισκέφτηκε την Πανεπιστημιούπολη ένιωσε ευπρόσδεκτος, αναφέρει στην «Κυριακάτικη Χαραυγή». Από τον φρουρό ασφαλείας μέχρι τον πρόεδρο του τμήματος όλοι ήταν πολύ ανοικτοί στην επικοινωνία.

«Αγαπώ τη χώρα μου. Αγαπώ και τις δύο πλευρές. Είμαι πολύ ειλικρινής όταν το λέω αυτό. Έχω ζήσει και στις δύο πλευρές. Η αγαπημένη μου πόλη είναι η Λάρνακα. Το γεγονός αυτό ίσως να δημιουργεί έκπληξη, επειδή δεν είναι η Πάφος από όπου κατάγομαι. Η Πάφος είναι για διακοπές. Η Λάρνακα είναι για να τη ζει κανείς. Και η Λευκωσία για να δουλεύει κανείς», εξηγεί ο Οκάν.

Το Σύνταγμα περιλαμβάνει ως επίσημες γλώσσες τα Ελληνικά και τα Τουρκικά, σημειώνει ο Οκάν και συμπληρώνει ότι θέλει να σεβαστεί τη Νεοελληνική με την κυπριακή της εκδοχή επειδή είναι Κύπριος. Στην ακαδημαϊκή του ζωή συνειδητοποίησε ότι πρέπει να μάθει Νέα Ελληνικά.

«Ο κόσμος όλος έχει μια κοινή γλώσσα», αναφέρει ο Οκάν, ο οποίος έχει πτυχίο Ψυχολογίας. «Όταν είμαστε παιδιά όλοι λέμε μπα, μπι. Όλοι περνούμε τις ίδιες διαδικασίες, κάθε ανθρώπινο ον. Όπως λέμε, αν μια ε/κ ορθόδοξη οικογένεια έχει ένα παιδί και το χάσει, αν το βρει μια τ/κ μουσουλμανική οικογένεια το παιδί θα μεγαλώσει με αυτούς τους πολιτισμικούς κώδικες και θα ενεργεί με αυτό τον τρόπο», συμπληρώνει.

Ο Οκάν φοίτησε σε αγγλόφωνο δημόσιο σχολείο στη Λευκωσία με βρετανικό και αμερικάνικο πρόγραμμα μαθημάτων. Όταν πήγε στο Πανεπιστήμιο Κύπρου ήταν πολύ ενθουσιασμένος και ένιωσε ότι οι άνθρωποι γύρω του συμμερίζονταν τον ενθουσιασμό του. Είχε πάει για να πάρει πληροφορίες για το πώς μπορεί να προχωρήσει για σπουδές στην Ψυχολογία και μετά με μεταπτυχιακό στην Κλινική Ψυχολογία για να γίνει ψυχολόγος – ψυχοθεραπευτής.

«Όλοι ήταν πραγματικά πολύ πρόθυμοι να βοηθήσουν», σημειώνει ο Οκάν. Ούτε άλλαξε η συμπεριφορά τους όταν έδωσε το πτυχίο του από πανεπιστήμιο στο βορρά και διπλώματα που είχε. «Με τις σπουδές που θέλει να κάνει κάποιος επαγγελματίας, χρειάζεται να ξέρει γλώσσες. Μόνο έτσι θα μπορέσει να βοηθήσει και τους ανθρώπους αλλά και τη χώρα του», τονίζει ο Οκάν.

«Η γλώσσα παίζει σημαντικό ρόλο», σημειώνει και αναφέρει ότι έτσι κι αλλιώς η οικογένειά του είναι δίγλωσση, αν και ο παππούς και η γιαγιά επέλεξαν να μη μάθουν στα παιδιά και στα εγγόνια τους Ελληνικά. «Όταν μιλώ με κάποιον άνθρωπο στη μητρική του γλώσσα, τα μάτια του λάμπουν. Και αυτό με κάνει να χαίρομαι. Όταν δεν γινόμαστε κατανοητοί από τους ανθρώπους, καταβάλλουμε επιπρόσθετη προσπάθεια για να το καταφέρουμε», σημειώνει.

«Γι’ αυτό μια κοινή γλώσσα, αλλά και η εκμάθηση γλωσσών γενικότερα, είναι κάτι πολύ σημαντικό. Νομίζω οι άνθρωποι στην Κύπρο χρειάζονται χρόνο να κατανοήσουν το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον», καταλήγει.

«Με χλεύαζαν επειδή διδάσκω Τουρκικά»
Η κα Μιράντα Χριστοδούλου είναι Τουρκολόγος, ενώ από το 2006 μέχρι το 2014 εργάστηκε ως καθηγήτρια Τουρκικών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Οι εμπειρίες της πολλές. Ως καθηγήτρια Τουρκικών, όχι και τόσο ευχάριστες. Όπως δήλωσε στην «Κυριακάτικη Χαραυγή», ήρθε αντιμέτωπη με αρκετές ρατσιστικές συμπεριφορές τόσο από μαθητές όσο και από τους ίδιους τους συναδέλφους της. Όπως ανέφερε η ίδια, η μη πρόθεση των αρμοδίων να καλλιεργήσουν την ανάγκη ώστε να έρθουν πιο κοντά οι δύο κοινότητες, κάνει τους Ε/κ οπισθοδρομικούς και μη δεκτικούς στο να έρθουν σε επαφή με την τ/κ κοινότητα.

Ένα από τα ρατσιστικά περιστατικά που βίωσε ήταν όταν ένας καθηγητής συνάδελφός της αρνήθηκε να κάνει χειραψία μαζί της επειδή είναι Τουρκολόγος, ενώ σε μια άλλη περίπτωση διηγείται: «Κάπου στη μέση της μέρας είχα 2ωρο κενό. Έτσι αποφάσισα να πάω στον Σύλλογο Καθηγητών. Τη στιγμή που μπήκα μέσα, άρχισαν να μιλούν Κυπριακά, με προφορά τουρκική. Με χλεύαζαν δηλαδή, επειδή διδάσκω Τουρκικά».

Ένα άλλο περιστατικό που βίωσε η κα Μιράντα ήταν όταν εν ώρα μαθήματος, κατά τη διάρκεια που παρουσίαζε ένα ντοκιμαντέρ στους μαθητές της, μπήκε μέσα στην τάξη ένας μαθητής με κουκούλα, ο οποίος φορούσε φανέλα ποδοσφαιρικής ομάδας και άρχισε να βρίζει. Ο ίδιος, ωστόσο, όπως ανέφερε η κα Μιράντα, δεν γνώριζε ότι οι λέξεις που επέλεξε για να βρίσει είναι τουρκικές. Στην πορεία, αφού ο μαθητής αποβλήθηκε από τη Διεύθυνση του σχολείου για τη συμπεριφορά του, η κα Μιράντα έμαθε ότι ήταν υιός στρατιωτικού.

«Η γλώσσα», όπως αναφέρει, «είναι ο πρώτος τρόπος επικοινωνίας και η τουρκική γλώσσα είναι η δεύτερη επίσημη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Πολλοί δεν το γνωρίζουν αυτό. Νομίζουν ότι η Αγγλική είναι η δεύτερη επίσημη. Υπήρξε εποχή που κουβαλούσα μαζί μου επίσημο αντίγραφο, στο οποίο αναγραφόταν ότι τα Τουρκικά είναι η δεύτερη επίσημή μας γλώσσα. Το κουβαλούσα για να το δείχνω σε όσους με αμφισβητούσαν όταν τους το έλεγα».
Η κα Μιράντα πιστεύει ότι θα έπρεπε η παιδεία να είναι κοινή μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Να υπάρχει συνεννόηση μεταξύ των εκπαιδευτικών και συνεργασία. Η εθνική πολιτική, όπως ανέφερε, μας παίρνει χρόνια πίσω.

«Στόχος μας θα έπρεπε να ήταν να φέρουμε τις δύο κοινότητες πιο κοντά. Η εκμάθηση της γλώσσας της μιας κοινότητας από την άλλη είναι ένας τρόπος. Η γλώσσα δεν είναι όμως μόνο γραμματική. Μέσα από την εκμάθησή της πρέπει ο μαθητής/φοιτητής να μαθαίνει και την κουλτούρα της άλλης πλευράς», ανάφερε η κα Μιράντα, ενώ συμπλήρωσε ότι «οι Τουρκοκύπριοι πάντα μάθαιναν την ελληνική γλώσσα, σε αντίθεση με εμάς που οι περισσότεροι αρνούμαστε».
Για να αυξηθεί ωστόσο η ζήτηση για εκμάθηση της Τουρκικής, όπως αναφέρει, θα πρέπει να προωθείται από τους καθηγητές και τους συμβούλους των σχολείων με πιο ελκυστικό και εναλλακτικό τρόπο.

Αυξάνεται το ενδιαφέρον για εκμάθηση Ελληνικών από Τ/κ μαθητές

Ο Cagdas Polili σπούδασε Ελληνική Γλώσσα και Φιλολογία με μεταπτυχιακές σπουδές στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και επιπρόσθετες σπουδές στην Κοινωνιολογία και στη Διδασκαλία στη Μέση Εκπαίδευση. Έχει ασχοληθεί με τη διερμηνεία και τη μετάφραση από τα Ελληνικά στα Τουρκικά. Διδάσκει Ελληνικά σε τουρκοκυπριακά σχολεία από το 2008 μέχρι σήμερα.

Ο Cagdas αποφάσισε να μάθει Ελληνικά και να σπουδάσει Ελληνική Φιλολογία γιατί ήθελε να μάθει μια γλώσσα που μιλιέται στη χώρα του, εξηγεί στην «Κυριακάτικη Χαραυγή». «Μου άρεσαν οι γλώσσες και σκέφτηκα να σπουδάσω μια γλώσσα που μιλιέται στη χώρα μου και δεν την ήξερα, παρά μια γλώσσα ξένη, άλλης χώρας».

Ο Cagdas εξηγεί ότι το ενδιαφέρον των Τουρκοκύπριων μαθητών για να μάθουν Ελληνικά ολοένα και αυξάνεται. Το 2008 όταν εισήχθηκαν τα Ελληνικά στα τουρκοκυπριακά σχολεία δίδασκαν τρεις καθηγητές Ελληνικών. Ένα χρόνο μετά και εξαιτίας της αυξανόμενης ζήτησης, στα τουρκοκυπριακά σχολεία δίδασκαν Ελληνικά έξι καθηγητές και το 2011 συνολικά επτά. Σήμερα ο Cagdas είναι ένας από οκτώ καθηγητές που διδάσκουν Ελληνικά σε 12 τουρκοκυπριακά λύκεια.

Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση στα σχολεία της τουρκοκυπριακής κοινότητας με την εισαγωγή των Ελληνικών και στα γυμνάσια, αποτελεί αποτέλεσμα διεκδίκησης των εκπαιδευτικών αλλά και της αυξανόμενης ζήτησης Τουρκοκύπριων μαθητών, εξηγεί ο Cagdas.

Ταυτόχρονα, τονίζει τη θετικότητα του νυν «υπουργού» Παιδείας στην προώθηση των Ελληνικών ως δεύτερης γλώσσας στη Μέση Εκπαίδευση και εξηγεί ότι ο «υπουργός» διετέλεσε Γενικός Γραμματέας της συντεχνίας των εκπαιδευτικών. Μάλιστα, ο Cagdas αναφέρει ότι υπάρχει συνεργασία με τον «υπουργό» Παιδείας, με αποτέλεσμα η διαμόρφωση προγράμματος μαθημάτων Ελληνικών, αλλά και η συγγραφή βιβλίων για τη διδασκαλία των Ελληνικών, να έχει προκύψει μέσα από αυτή τη συνεργασία.

Όσον αφορά στο ενδιαφέρον των μαθητών για την εκμάθηση Ελληνικών, ο Cagdas εξηγεί ότι εμπειρικά διαπιστώνει ότι τα παιδιά εποίκων δεν έχουν τόσο ενδιαφέρον να μάθουν Ελληνικά. Και να επιλέξουν αυτό το μάθημα εξ ανάγκης, όταν το επιλέγουν δεν δίνουν ιδιαίτερη σημασία. Σε αντίθεση με τους Τουρκοκύπριους μαθητές, οι οποίοι δείχνουν μεγαλύτερο ενθουσιασμό γιατί θα μπορούν να διαβάζουν με άνεση ταμπέλες και πινακίδες στα Ελληνικά και κυρίως να χαιρετούν φίλους αλλά και πωλητές όταν έρχονται στις ελεύθερες περιοχές.

Το ωραιότερο συναίσθημα, αναφέρει ο Cagdas, ήταν όταν κατάφερε να φέρει κοντά μαθητές από τουρκοκυπριακά και ελληνοκυπριακά σχολεία που μάθαιναν ο ένας τη γλώσσα του άλλου. «Οι μαθητές ήταν ενθουσιασμένοι, τους άρεσε πάρα πολύ», θυμάται ο Cagdas.

Δυστυχώς δεν είναι κάτι που επιτυγχάνεται εύκολα και συμβαίνει συχνά. Γι’ αυτό προτείνει όπως η Τεχνική Επιτροπή για την Παιδεία συμβάλει προς αυτή την κατεύθυνση αλλά και για συναντήσεις καθηγητών, κάτι που επίσης θεωρεί ότι θα συμβάλει θετικά στην προσέγγιση των δύο κοινοτήτων και αυτό θα είναι όμορφο και εποικοδομητικό στη δημιουργία μιας κοινής ζωής για τους νέους των δύο κοινοτήτων.

«Οι άνθρωποι της άνοιξης»

Όπως τα λουλούδια που ανθίζουν
μέσα από τα τσιμεντένια βαρέλια του διαχωρισμού

όπως τα γατιά που διασχίζουν την πράσινη γραμμή 
χωρίς κανείς να τους ζητά τα προσωπικά τους στοιχεία 
πως τον ήλιο που ανατέλλει μέσα από τα φαράγγια 
όπως τα πουλιά και τον αγέρα που παραβιάζουν τα σύνορά σας 
έτσι και μεις,
ανθίζουμε μέσα απ’ το σκοτάδι σας
δίνουμε χρώμα στον γκρίζο σας κόσμο 
κτίζουμε ξανά τις γέφυρες ανθρωπιάς που γκρεμίσατε
ρίχνουμε τα τείχη του μίσους που υψώσατε 
περιφρονούμε τα σύνορα που φτιάξατε 
για να δηλώσετε την «ανωτερότητά» σας
και γελάμε με την εθνική σας περηφάνια
είμαστε οι χτύποι της καρδιάς του Μένοικουτην ώρα του λιθοβολισμού,
η τελευταία ρουφηξιά απ’ το τσιγάρο του Φορτίνο Σαμάνο,
είμαστε όλοι οι νεκροί  που τα βιβλία σας δεν θα γράψουν ποτέ,
η κραυγή της ιστορίας που πάντα θα σας στοιχειώνει 
δυο κόσμοι διαφορετικοί
είμαστε το αύριο
είσαστε το χθες

είμαστε η ζωή 
κι είστε ο θάνατος..

Αντώνης Μιχαήλ

 


  • «Αγαπώ τη χώρα μου. Αγαπώ και τις δύο πλευρές»
  • Καθηγήτρια Τουρκικών αντιμέτωπη με ρατσιστικές συμπεριφορές
  • Θετικότητα του νυν «υπουργού» Παιδείας στην προώθηση των Ελληνικών ως δεύτερη γλώσσα στη Μέση Εκπαίδευση

 

Η επανάσταση της εκπαίδευσης
 Εθνικιστικά στοιχεία συγκροτούν το εκπαιδευτικό σύστημα των δύο κοινοτήτων
Είναι συνδικαλιστής στην τουρκοκυπριακή συντεχνία των εκπαιδευτικών και έχει έντονη δράση στην τουρκοκυπριακή συνδικαλιστική πλατφόρμα, με διεκδικήσεις ενάντια στην ηγεμονία της Τουρκίας και υπερασπιστής της κοινοτικής ύπαρξης της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Συναντήσαμε τον Σενέρ Ελτζίλ ένα απόγευμα -ήταν η ημέρα της πρόσφατης διαμαρτυρίας της συνδικαλιστικής πλατφόρμας των Τουρκοκυπρίων για κοινοτική ύπαρξη. Μας φιλοξένησε στα γραφεία της συντεχνίας των Τουρκοκύπριων εκπαιδευτικών και μας μίλησε για τον διαχρονικό ρόλο της γλώσσας στο Κυπριακό. Ο λόγος του αιρετικός -όπως συνηθίζει- και ταυτόχρονα δίνει μια νέα πνοή στην κυπριακή πραγματικότητα, στις σχέσεις των δύο κοινοτήτων και στην προοπτική μιας επανενωμένης πατρίδας.

«Η εκπαίδευση έχει βασικό ρόλο στο κυπριακό πρόβλημα, καθώς ως παγκόσμια αξία είναι πολύ σημαντική», αναφέρει ο Σενέρ Ελτζίλ. «Ειδικά εάν εξετάζουμε το κυπριακό πρόβλημα της τουρκοκυπριακής συντεχνίας εκπαιδευτικών, KTOS. Πρώτον, μας έστελναν στην Κύπρο δασκάλους από την Τουρκία και την Ελλάδα για πλύση εγκεφάλου για τη δημιουργία εθνικισμού μεταξύ των κοινοτήτων στην Κύπρο», σημείωσε. «Αυτοί οι εκπαιδευτικοί δημιούργησαν έδαφος για εξτρεμισμό, εθνοτισμό και εθνικισμό. Μετά μας έστειλαν αξιωματικούς και όπλα για να πολεμήσουμε ο ένας τον άλλον». Αυτή η δύναμη της εκπαίδευσης, σημειώνει, είναι πολύ σημαντικό εργαλείο ειδικά τώρα που ήρθε η ώρα για συμφιλίωση και προσέγγιση μεταξύ των δύο κοινοτήτων. «Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο αναδεικνύουμε τη σημασία της εκπαίδευσης», σημειώνει ο Σενέρ Ελτζίλ.
«Οι πιο δραστήριοι σε ΕΟΚΑ και ΤΜΤ ήταν δάσκαλοι»

 

«Ως εκπαιδευτικοί κάναμε πολλές αμαρτίες στο παρελθόν», αναφέρει. «Ο δάσκαλος στην Κύπρο και στις δύο κοινότητες δημιουργούσε προβλήματα και οδηγούσε τις εθνοτικές συγκρούσεις», συμπληρώνει. Εξηγεί ότι εάν κοιτάξουμε τον αγώνα της ΕΟΚΑ και αν κοιτάξουμε την ΤΜΤ, μπορούμε να δούμε ότι οι πιο δραστήριοι άνθρωποι σε αυτές τις οργανώσεις ήταν δάσκαλοι. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο είπα ότι ο ρόλος μας πρέπει να αλλάξει για να δημιουργηθεί ειρήνη για το νησί μας».

Ανάγκη για επικέντρωση των δύο κοινοτήτων στο εκπαιδευτικό σύστημα
Ο Σενέρ Ελτζίλ θεωρεί σημαντικό και οι δύο κοινότητες να επικεντρωθούν στο εκπαιδευτικό σύστημα. Και οι δύο κοινότητες γνωρίζουν και αναγνωρίζουν ότι το εκπαιδευτικό σύστημα αποτελείται από εθνικιστικά στοιχεία, μίσος και διακρίσεις, σημειώνει και επισημαίνει ότι αυτοί οι παράγοντες αναμορφώνουν τη νέα γενιά της Κύπρου. «Πρέπει να αλλάξουμε το στόχο της εκτροπής της παιδείας στην ειρήνη, να δημιουργήσουμε εμπιστοσύνη μεταξύ των ανθρώπων και να διαλύσουμε τα εμπόδια στο μυαλό των ανθρώπων, του σοβινισμού και του μίσους, καθώς και της προκατάληψης, η οποία είναι η πιο σημαντική για την καταπολέμηση και των δύο εκπαιδευτικών συστημάτων», αναφέρει.

Υπήρξε μια έκθεση για την ελληνοκυπριακή εκπαίδευση της κοινότητας που γράφτηκε από ακαδημαϊκούς, με επικεφαλής τον Γιώργο Τσιάκαλο, λέει αναφερόμενος στην «Έκθεση των Εφτά Σοφών». Αυτή η έκθεση μάς δείχνει τις πτυχές του πώς λειτουργεί το ελληνοκυπριακό εκπαιδευτικό σύστημα. Αυτή είναι η πιο σημαντική έκθεση αξιολόγησης για το ελληνοκυπριακό εκπαιδευτικό σύστημα, αναφέρει ο κ. Ελτζίλ. «Αυτό που ανέφερα προηγουμένως και επισημαίνεται και στην έκθεση», σημειώνει ο Σενέρ Ελτζίλ, «είναι ότι για το γλωσσικό ζήτημα υπάρχουν ορισμένα εμπόδια. Πρώτα απ’ όλα η προκατάληψη. Δεύτερον, δεν υπάρχουν αρκετά εκπαιδευμένοι άνθρωποι για να διδάξουν την ελληνική και τουρκική γλώσσα και λογοτεχνία στα σχολεία. Τρίτον, η κυβέρνηση, η διοίκηση, οι αρχές και στις δύο πλευρές, δεν δείχνουν την αναγκαία πολιτική βούληση να αυξήσουν αυτά τα μαθήματα στα σχολεία και να αναδείξουν τη σημασία της γλώσσας και των δύο κοινοτήτων. Λόγω αυτών υπήρξε μικρή πρόοδος και στις δύο πλευρές στο θέμα της εκμάθησης της γλώσσας της άλλης κοινότητας».

 Το εκπαιδευτικό σύστημα αποτελείται από εθνικιστικά στοιχεία

Ο Σενέρ Ελτζίλ ανέφερε επίσης ότι είναι πραγματικά καλό το ότι ανακοινώθηκαν μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση και στα προγράμματα για το σχολείο. «Αυτό είναι πραγματικά καλό. Για μένα η “μεταρρύθμιση” δεν είναι μια καλή λέξη. Γιατί όταν κάποιος αναφέρει τη λέξη “μεταρρύθμιση” είμαι επιφυλακτικός, εξηγεί ο Σενέρ Ελτζίλ. «Ειδικά σε αυτόν τον καπιταλιστικό κόσμο με τη νεοφιλελεύθερη τάση, όταν κάποιος αναφέρεται σε μεταρρύθμιση στην εκπαίδευση λέω “σταματήστε”. Υπάρχει ένα ερωτηματικό εδώ: αυξάνουν το έργο για τους δασκάλους, μειώνουν τους μισθούς τους, εισάγουν μαθήματα ανοησίες στο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα προσπαθώντας να δημιουργήσουν πόλους έλξης για τα ιδιωτικά σχολεία». Αυτός είναι ο λόγος που είμαι επιφυλακτικός και στο άκουσμα ακόμα της λέξης “μεταρρύθμιση”. Αντί της λέξης “μεταρρύθμιση” προτιμώ τη λέξη “επανάσταση” στην εκπαίδευση. “Αυτή είναι η καλύτερη λέξη για μένα”», αναφέρει και εξηγεί ότι η εκπαίδευση χρειάζεται εκ βάθρων αλλαγή και ριζοσπαστικές ενέργειες προς αυτή την κατεύθυνση.

«Είμαστε ικανοποιημένοι με τις αλλαγές που προωθεί ο “υπουργός”», αναφέρει. «Η Τουρκία δεν είναι ικανοποιημένη με αυτές τις αλλαγές. Αυτή είναι η πολιτική της Τουρκίας και πρέπει να αγωνιστούμε ενάντια στην εξαφάνιση της κοινότητάς μας, η οποία προωθείται μέσα από την τουρκική πολιτική αφομοίωση», σημειώνει.

 

Η κοινοτική ύπαρξη των Τουρκοκυπρίων
Η κοινοτική ύπαρξη των Τ/κ, τονίζει ο Σενέρ Ελτζίλ, εξαρτάται από την επίλυση του Κυπριακού στη βάση μιας Δικοινοτικής Διζωνικής Ομοσπονδίας. Το μήνυμά που κατά καιρούς στέλνουν οι Τουρκοκύπριοι με τις διαμαρτυρίες τους δεν είναι μόνο οικονομικό, εξήγησε ο Σενέρ Ελτζίλ. Είναι μήνυμα ενάντια στις πολιτικές της Τουρκίας, την επιβαλλόμενη από την Τουρκία εξάρτηση της τουρκοκυπριακής κοινότητας, συμπληρώνει. «Ταυτόχρονα, οι διαμαρτυρίες των Τουρκοκυπρίων ενάντια στην Τουρκία είναι και αίτημα για επανέναρξη των διαπραγματεύσεων χωρίς χάσιμο χρόνου για επίτευξη λύσης και επανένωσης του τόπου», καταλήγει.

 

«Μας έστελναν στην Κύπρο δασκάλους από την Τουρκία και την Ελλάδα για πλύση εγκεφάλου»

Ο Σενέρ Ελτζίλ ανέφερε επίσης ότι η τουρκοκυπριακή Συνδικαλιστική Πλατφόρμα, στην οποία συμμετέχει η συντεχνία Τουρκοκύπριων εκπαιδευτικών, αγωνίζεται διαχρονικά για τα δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων. «Με τη δράση της διεκδικεί απέναντι στην Τουρκία την απεξάρτηση της τουρκοκυπριακής κοινότητας, την προστασία της και εκφράζει τη φωνή της. Μέσα από την τουρκοκυπριακή Συνδικαλιστική Πλατφόρμα οι Τουρκοκύπριοι υψώνουν συλλογικά τη φωνή τους για αγώνα ενάντια στην εξαφάνιση, υπό την απειλή στην οποία βρίσκονται», αναφέρει ο Ελτζίλ, «εξαιτίας των πολιτικών αφομοίωσης που προωθούνται από την Τουρκία που τους θέτουν σταδιακά σε κατάσταση ανυπαρξίας και εξαφάνισης»…
Ο Σενέρ Ελτζίλ χαρακτήρισε την τουρκοκυπριακή Συνδικαλιστική Πλατφόρμα ως τη φωνή διεκδίκησης ώστε οι Τουρκοκύπριοι να καταστούν αφέντες του εαυτού τους, μακριά από επιβαλλόμενες πρακτικές και πολιτικές της Τουρκίας.

Η κοινοτική ύπαρξη των Τουρκοκυπρίων, τονίζει ο Σενέρ Ελτζίλ, εξαρτάται από την επίλυση του Κυπριακού στη βάση μιας Δικοινοτικής Διζωνικής Ομοσπονδίας, την οποία διαχρονικά διεκδικεί η τουρκοκυπριακή Συνδικαλιστική Πλατφόρμα στο όνομα όλων των Τουρκοκυπρίων. Οι διαμαρτυρίες των Τουρκοκυπρίων, σημειώνει, «αποτελούν το μήνυμά τους ενάντια στις πολιτικές της Τουρκίας και την επιβαλλόμενη από την Τουρκία εξάρτηση της τουρκοκυπριακής κοινότητας».

«Η πρόσφατη διαμαρτυρία κοινοτικής ύπαρξης που διοργάνωσε η τουρκοκυπριακή Συνδικαλιστική Πλατφόρμα ήταν ταυτόχρονα και αίτημα για επανέναρξη των διαπραγματεύσεων χωρίς χάσιμο χρόνου για επίτευξη λύσης και επανένωσης του τόπου», καταλήγει.